ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER ΤΗΣ PROSLIPSIS.GR
Μάθετε πρώτοι τα νέα ...

  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
 

 
Βάλτε Αγγελία      Δείτε Αγγελίες      Newsletters       
  Επικοινωνία     
 
 
 
 
 
 
 
 















 
  Επικαιρότητα Επιστροφή    
Επίτιμη Διδάκτορας της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ αναγορεύτηκε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου

Proslipsis.gr | Αθήνα 30.6.2021, 21:02

Σε επίτιμη διδάκτορα της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αναγορεύτηκε η Α.Ε. η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, για τη σημαντική συμβολή της στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και την προάσπιση των αρχών του Κράτους Δικαίου και της Δημοκρατίας. Η Τελετή Αναγόρευσης πραγματοποιήθηκε σήμερα, Τετάρτη 30 Ιουνίου 2021, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.
 
Σύμφωνα με το σκεπτικό της ομόφωνης απόφασης του Τμήματος Νομικής του ΑΠΘ που πάρθηκε στις 21/1/2020, μόλις μία μέρα πριν από την εκλογή της από την Βουλή των Ελλήνων ως η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, στο πρόσωπο της τιμώμενης, η Νομική Σχολή του ΑΠΘ τιμά «όλους εκείνους τους δικαστές, οι οποίοι κράτησαν και κρατούν με το παράδειγμά τους αλώβητο το κύρος της δικαιοσύνης, αγωνιζόμενοι καθημερινώς για τη βελτίωση της ποιότητας στην απονομή της».
 
Ο Πρύτανης του ΑΠΘ, Καθηγητής Νικόλαος Γ. Παπαϊωάννου καλωσόρισε στην οικογένεια του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης την Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου ενώ στον χαιρετισμό του δεν παρέλειψε να αναφερθεί στη χρονική συγκυρία της απόφασης του Τμήματος Νομικής και τη χαρακτήρισε «ως ένα ακόμη παράδειγμα, όπου η ακαδημαϊκή πραγματικότητα υπερκέρασε κατά έναν τρόπο την πολιτική». Για την τιμώμενη ανέφερε «απόψε τιμάστε πρωτίστως ως μία εξέχουσα προσωπικότητα, ως άριστη νομικός, με ευαισθησίες για το δικαστικό σύστημα του κράτους και την προστασία του περιβάλλοντος, ως ένας άνθρωπος με βαθιά καλλιέργεια και πολιτιστική Παιδεία. Η παρουσία σας στον ανώτατο θώκο του ελληνικού κράτους αποτελεί εγγύηση για τις αξίες της δημοκρατίας.

Τα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα όλων των βαθμίδων, όλοι όσοι βρισκόμαστε απόψε σΆ αυτή την αίθουσα, ιθύνοντες και μη, πρόκειται να διαβούμε τους επόμενους μήνες, ίσως και χρόνια, ένα δύσβατο μονοπάτι. Και εδώ έγκειται, κατά τη γνώμη μου, η σπουδαιότητα του δικού σας ρόλου, κυρία Πρόεδρε της Δημοκρατίας. Όχι μόνο συμβολικά, αλλά και ουσιαστικά. Γιατί στο πρόσωπό σας ενσαρκώνονται οι έννοιες της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, της επιστήμης, του πολιτισμού και της ιστορίας μίας ολόκληρης χώρας, της οποίας τις ελπίδες ενσαρκώνετε.

Και αναφερόμενος στη σημερινή σας ιδιότητα, επανέρχομαι στη μακρά σας σταδιοδρομία στον νομικό και δικαστικό κλάδο της χώρας, το κατΆ εξοχήν πεδίο όπου η έννοια της “Μετακένωσης” -η άκριτη μίμηση ξενόφερτων προτύπων- οδηγεί σε ένα επικίνδυνο αδιέξοδο: διότι κάθε αξιοσημείωτη αλλαγή -συμβολική αλλά και όχι μόνον- οφείλει να σέβεται την κοινότητα και την εθιμοτυπία προκειμένου να στεριώσει. Πρόκειται για ένα μάθημα που μας διδάσκετε καθημερινά με την παρουσία σας στην πολιτική ζωή του τόπου μας.

Με την προσωπικότητά σας έχετε την ικανότητα να συντελέσετε στη διαμόρφωση ενός πρότυπου κώδικα αξιών, με τη σταδιοδρομία σας να εμπνεύσετε ένα μέλλον πιο αισιόδοξο∙και με την παρουσία σας στα πολιτικά δρώμενα του τόπου τη δυνατότητα, όσο και την κατάρτιση, να υπενθυμίζετε πως: “η βάση του νόμου πρέπει να εδράζεται στις ηθικές μας αρχές και όχι στη βία. Και πως η απόδοση δικαιοσύνης αποτελεί, τελικά, μία άσκηση στην ίδια την έννοια της ελευθερίας”». 
 
Η Κοσμήτορας της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, Καθηγήτρια Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου στον χαιρετισμό της ανέφερε μεταξύ άλλων: «Με την τελετή αυτή, τιμούμε κατΆ αρχάς την νομικό Κατερίνα Σακελλαροπούλου,  για τη συμβολή της στην προαγωγή του δημόσιου διάλογου επί σημαντικών θεμάτων του Συνταγματικού και του Διοικητικού Δικαίου.

Τιμούμε επίσης τη δικαστή Κατερίνα Σακελλαροπούλου, για τη μακρά και ουσιαστική προσφορά της στην απονομή και την οργάνωση της Δικαιοσύνης, όπως θα φανεί από τον έπαινο που ακολουθεί.

Τέλος τιμούμε την πρώτη γυναίκα Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας και την πρώτη γυναίκα Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, ως σύμβολο της “έμφυλης ισότητας”, αλλά και ως πρότυπο ενεργού πολίτη, που αγωνίζεται διαχρονικά, από κάθε θέση, για την προστασία των ατομικών ελευθεριών και των δικαιωμάτων των πολιτών, την τήρηση της νομιμότητας και τη διασφάλιση των αρχών του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας.

Πιστεύουμε βαθύτατα ότι το παράδειγμα ζωής των ανθρώπων που κατέχουν θέσεις ευθύνης γίνεται πρότυπο για όλους μας, και κυρίως για τη νέα γενιά».
 
Τον Έπαινο (Laudatio) της τιμώμενης τον έκανε ο Καθηγητής Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, Ιωάννης Συμεωνίδης, ο οποίος εξήρε την προσωπικότητά της και τη νομική της κατάρτιση, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι «είναι μία πολυσχιδής προσωπικότητα. Η εξαιρετική νομική της κατάρτιση και το διαρκές επιστημονικό της ενδιαφέρον, καθώς και η αφοσίωση στα δικαστικά και διοικητικά της καθήκοντα, τα οποία επιτελούσε άοκνα και με τρόπο υποδειγματικό, την καθιέρωσαν σύντομα στη συνείδηση όλου του νομικού κόσμου και σε όλους τους ομότεχνούς της, προκαλώντας μόνον σεβασμό και εκτίμηση.

Η τιμώμενη ξεχωρίζει όμως και για τη γενικότερη παιδεία της και την καλλιέργεια που τη χαρακτηρίζει, για τις ευαισθησίες της σε σειρά ζητημάτων που απασχολούν τους συμπολίτες της, για τον αγώνα της για την αναγνώριση των δικαιωμάτων, ως βασικό σημείο αναφοράς του πολιτισμού και του τρόπου ζωής μας, αλλά και την ανάδειξη των ευθυνών του καθενός μας, στη δύσκολη μάλιστα περίοδο που διανύουμε, την οποία αντιμετωπίζει ως μία οδυνηρή αλλά συνάμα και παιδαγωγική διαδικασία. Η πανηγυρική εκλογή της, τον Ιανουάριο του 2020, στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, ως πρώτης και πάλι γυναίκας αρχηγού του ελληνικού κράτους, συνιστά απλώς το επιστέγασμα μιας λαμπρής και σταθερής πορείας, μεστής από επαγγελματικά αλλά και κοινωνικά ενδιαφέροντα, αφιερωμένης στην προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων του πολίτη, στην τήρηση της νομιμότητας και τη διασφάλιση των αρχών του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας. Η εκλογή της τιμωμένης, συνιστά όμως και ένα σημαντικό βήμα προόδου για το πολιτικό μας σύστημα, καθώς πολιτικές δυνάμεις από διαφορετικούς πολιτικά χώρους, φαίνεται να στηρίζουν, στο πρόσωπό της, έναν άνθρωπο ανένταχτο, που επέλεξε να κρατήσει την ανεξαρτησία και την παρρησία της γνώμης του και να μην ακολουθήσει τα παραδοσιακά οριζόντια δίκτυα επικοινωνίας, αναγνωρίζοντάς την, δικαίως, ως “σύμβολο της νέας εποχής”». 
 
Στην ομιλία της η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «σήμερα, η Νομική Σχολή μου αποδίδει την πιο υψηλή τιμή, με την αναγόρευσή μου σε επίτιμη διδάκτορά της, και την ευχαριστώ θερμά για αυτό. Είναι μια στιγμή ξεχωριστή, που συμπυκνώνει πολλές δεκαετίες παρουσίας, εργασίας και μελέτης στον χώρο του δικαίου. Αλλά και κάτι παραπάνω, που δεν χωράει στο τυπικό βιογραφικό: το δίκαιο δεν συνιστά, για όσους αφιερώνουμε τη ζωή μας σε αυτό, ένα απλό αντικείμενο γνώσης, δεν κείται έξω από μας. Αντιθέτως, είναι, τολμώ να πω πιο προσωπικά, ένα διαρκές βίωμα, με σπουδαίες αναφορές σε πρόσωπα και θεσμούς που προσδιόρισαν βαθύτατα τη στάση μου απέναντι σε αυτό. Με πρώτο το παράδειγμα του πατέρα μου, στην εγγύτερη αναφορά για όλους μας, την οικογένεια. Στη συνέχεια ήρθε η Νομική Σχολή της Αθήνας, στη μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία, σε χρόνια εκρηκτικά και δημιουργικά. Καθοριστική υπήρξε βέβαια η μακρά θητεία μου στο Συμβούλιο της Επικρατείας σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, της πιο ειρηνικής και προοδευτικής περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας. 
 
Στις αποσκευές του φρόνιμου δικαστή συνυπάρχουν ο ιδεαλισμός με τον πραγματισμό, η αποστασιοποίηση και η ενσυναίσθηση. Η νομολογία τοποθετείται στη συγκυρία, αλλά και την υπερβαίνει. Ο χρόνος της δεν είναι ποτέ αυστηρά ενεστώς, καθώς περικλείει τη σχέση με το παρελθόν, τις προηγούμενες κρίσεις της, όπως και τους δρόμους που ανοίγει για το μέλλον. Ο δικαστικός εαυτός είναι μια ενότητα μεθόδου και νομικής αντίληψης, ένας πυρήνας ερμηνείας του δικαίου που παρά τις νομολογιακές μεταβολές και τις αποκλίσεις, τις πλειοψηφίες και τις μειοψηφίες, παραμένει ισχυρός και συνεκτικός, για όποιον τουλάχιστον επιχειρεί να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων που απαιτεί η απονομή της δικαιοσύνης. Στην προσωπική μου διαδρομή αυτό προσπάθησα να κάνω πράξη, σε όλες τις πτυχές και τις εκφάνσεις της.
 
Η ιδιότητα του νομικού είναι αυτή που κάνει πιο οικεία τα συνταγματικά μου καθήκοντα και την άσκηση των αρμοδιοτήτων μου στην Προεδρία. Τα εφόδια και οι εμπειρίες που αποκόμισα από τη δικαστική μου θητεία, ο βίος στο Συμβούλιο της Επικρατείας, είναι το ψυχικό και συναισθηματικό μου απόθεμα, ο τρόπος που συνταιριάζει τη νομική με την πολιτική μου αποστολή. Ο Προέδρος της Δημοκρατίας, όπως και ο δικαστής, οφείλει να ακούει με προσοχή όλες τις πλευρές, να συνθέτει τις διαφορές. Ο ρυθμιστικός μου ρόλος, όπως περιγράφεται στο Σύνταγμα, και η ενωτική υπέρβαση των κομματικών σκοπιμοτήτων, προϋποθέτει την απόσταση και την αμεροληψία. Δεν εκπροσωπώ καμία παράταξη, αλλά όλους τους Έλληνες. Ως Πρόεδρος, παραμένω στο τέλος της ημέρας όπως ακριβώς και στη δικαστική μου διαδρομή: ένας δημόσιος λειτουργός, προσηλωμένος στο γενικό και στο εθνικό συμφέρον».
 
Η Τελετή πλαισιώθηκε μουσικά από τη Χορωδία «Τρισεύγενη Καλοκύρη» του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του ΑΠΘ, με τη συνοδεία στο πιάνο του Θανάση Μπιλιλή, υπό τη διεύθυνση της Εριφύλης Δαμιανού.
 
Η εκδήλωση μεταδόθηκε ζωντανά από τον σύνδεσμο https://www.auth.gr/video/29369. 
 
Η Τελετή Αναγόρευσης πραγματοποιήθηκε με συγκεκριμένο αριθμό ατόμων και βάσει του υγειονομικού πρωτοκόλλου που επιβάλλεται.
 
* Επισυνάπτονται ο χαιρετισμός του Πρύτανη του ΑΠΘ, Καθηγητή Νικολάου Γ. Παπαϊωάννου, ο έπαινος του Καθηγητή Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, Ιωάννη Συμεωνίδη και η ομιλία της Προέδρου της Δημοκρατίας, Κατερίνας Σακελλαροπούλου.



Χαιρετισμός
Πρύτανης του ΑΠΘ, Καθηγητής Νικόλαος Γ. Παπαϊωάννου
Αξιότιμη κυρία Πρόεδρε της Δημοκρατίας,
Αξιότιμοι κυρίες και κύριοι Υπουργοί και Βουλευτές,
Εκλεκτοί προσκεκλημένοι,
Αγαπητοί συνάδελφοι και φίλοι,
Σας καλωσορίζουμε στην αποψινή μας τελετή με πολλή χαρά που σας έχουμε κοντά μας και, ειλικρινά, ευελπιστώ πως θα είναι μία από τις τελευταίες περιστάσεις όπου θα χρειαστεί να κάνουμε μνεία στις “ειδικές συνθήκες” που καθόρισαν τη ζωή μας από τον περασμένο Μάρτιο. Η παρουσία σας μαζί μας εδώ έχει τη δική της εγγενή αξία ακριβώς για αυτόν τον λόγο.

Η σημερινή μας τελετή, κυρία Πρόεδρε της Δημοκρατίας, είναι αφιερωμένη σΆ εσάς. Και είναι σημαντικό να σημειώσω πως αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα, όπου η ακαδημαϊκή πραγματικότητα υπερκέρασε κατά έναν τρόπο την πολιτική. Τη δεδομένη στιγμή που ελήφθη η απόφαση για την αναγόρευσή σας ως Επιτίμου Διδάκτορα της Νομικής Σχολής, σας γνωρίζαμε μόνο με το όνομά σας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, και με την προηγούμενη σας ιδιότητα, ως την πρώτη γυναίκα Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας. 

Σε διάστημα μερικών μηνών έκτοτε, βρίσκεστε εδώ με τον τίτλο του ύπατου αξιώματος της χώρας μας, όντας η πρώτη γυναίκα Προέδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Για τον λόγο αυτό θα με συγχωρήσετε αν σε ορισμένα σημεία εμμείνω λίγο περισσότερο σΆ αυτό το τελευταίο σας γνώρισμα. 

Διότι αν επισημαίνω το «πρώτη γυναίκα» το πράττω εκ προθέσεως, με μία προσδοκία μετάβασης. Μετάβασης σε μία εποχή, όπου στον μακρό χρόνο οι ποικίλοι ταυτοτικοί προσδιορισμοί θα «παροπλιστούν», αποτελώντας απλώς μία ακόμη μεταβλητή μεταξύ άλλων. Γιατί απόψε τιμάστε πρωτίστως ως μία εξέχουσα προσωπικότητα, ως άριστη νομικός, με ευαισθησίες για το δικαστικό σύστημα του κράτους και την προστασία του περιβάλλοντος, ως ένας άνθρωπος με βαθειά καλλιέργεια και πολιτιστική Παιδεία. 
Η παρουσία σας στον ανώτατο θώκο του ελληνικού κράτους αποτελεί εγγύηση για τις αξίες της δημοκρατίας, ιδιαίτερα σήμερα που η επιδίωξη της απομονωμένης αυτοσυντήρησης γύρω από χαρακώματα εθνικιστικού χαρακτήρα καταδεικνύεται ατελέσφορη έως και επικίνδυνη. Ως Ευρωπαίοι “οφείλουμε” να πιστεύουμε πως δεν είμαστε μέλη απλά μίας ένωσης οικονομικών συμφερόντων. Αντιθέτως, είμαστε κομμάτι ενός ευρύτερου πολιτικού χώρου με αντίστοιχες ηθικές αξίες, εντός του οποίου συμβιώνουμε. Εκεί όπου οι ανισότητες και διαφορές, υπαρκτές ή μη, αποτελούν τις κοινές μας προκλήσεις. 

Σήμερα έχουμε χρέος να επανεφεύρουμε το ηθικό μας τοπίο ως Έλληνες πολίτες, αλλά και ως Ευρωπαίοι συμπολίτες.  Καθώς οι θεσμοί δεν εκπίπτουν εν μιά νυκτί. Αργά και σταθερά χάνουν τη ζωτικότητά τους και καταλήγουν βαθμιαία σε κακέκτυπα του εαυτού τους. Στη σταδιακή εξαχρείωσή τους οφείλουμε να αντιτάξουμε την καλλιέργεια της έννοιας της Αντίστασης. Μικρές αποφάσεις, καθημερινές. Μία διαδικασία αυτοσεβασμού, που θα οδηγήσει στην ανάκτηση της υπερηφάνειας μας, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο.

Τα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα όλων των βαθμίδων, όλοι όσοι βρισκόμαστε απόψε σΆ αυτή την αίθουσα, ιθύνοντες και μη, πρόκειται να διαβούμε τους επόμενους μήνες, ίσως και χρόνια, ένα δύσβατο μονοπάτι. Και εδώ έγκειται, κατά τη γνώμη μου, η σπουδαιότητα του δικού σας ρόλου, κυρία Πρόεδρε της Δημοκρατίας. Όχι μόνο συμβολικά, αλλά και ουσιαστικά. Γιατί στο πρόσωπό σας ενσαρκώνονται οι έννοιες της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, της επιστήμης, του πολιτισμού και της ιστορίας μίας ολόκληρης χώρας, της οποίας τις ελπίδες ενσαρκώνετε. 

Και αναφερόμενος στη σημερινή σας ιδιότητα, επανέρχομαι στη μακρά σας σταδιοδρομία στον νομικό και δικαστικό κλάδο της χώρας, το κατΆ εξοχήν πεδίο όπου η έννοια της “Μετακένωσης” -η άκριτη μίμηση ξενόφερτων προτύπων- οδηγεί σε ένα επικίνδυνο αδιέξοδο: διότι κάθε αξιοσημείωτη αλλαγή -συμβολική αλλά και όχι μόνον- οφείλει να σέβεται την κοινότητα και την εθιμοτυπία προκειμένου να στεριώσει. Πρόκειται για ένα μάθημα που μας διδάσκετε καθημερινά με την παρουσία σας στην πολιτική ζωή του τόπου μας.

Με την προσωπικότητά σας έχετε την ικανότητα να συντελέσετε στη διαμόρφωση ενός πρότυπου κώδικα αξιών∙ με τη σταδιοδρομία σας να εμπνεύσετε ένα μέλλον πιο αισιόδοξο∙ και με την παρουσία σας στα πολιτικά δρώμενα του τόπου τη δυνατότητα, όσο και την κατάρτιση, να υπενθυμίζετε πως: «η βάση του νόμου πρέπει να εδράζεται στις ηθικές μας αρχές και όχι στη βία. Και πως η απόδοση δικαιοσύνης αποτελεί, τελικά, μία άσκηση στην ίδια την έννοια της ελευθερίας». 
Κυρία Πρόεδρε της Δημοκρατίας, σας καλωσορίζουμε στη δεύτερή μας οικογένεια, που είναι πλέον και δική σας∙ σας καλωσορίζουμε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Σας ευχαριστώ.



Έπαινος (Laudatio) 
Καθηγητής Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, Ιωάννης Συμεωνίδης
Κύριε Πρύτανη, Κυρία Koσμήτορα της Νομικής Σχολής, Εκλεκτοί προσκεκλημένοι 
1. Η Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης έχει σήμερα την εξαιρετική τιμή και χαρά να υποδέχεται την Αυτής Εξοχότητα, την Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου, για να την αναγορεύσει επίτιμη διδάκτορά της. Με την απονομή της πανεπιστημιακής αυτής διάκρισης, η Νομική Σχολή επιθυμεί να τιμήσει, αφενός μεν, μία εξέχουσα μέχρι πρότινος δικαστική λειτουργό για την πολύπλευρη προσφορά της στον χώρο της διοικητικής δικαιοσύνης, αφετέρου δε, μία ξεχωριστή προσωπικότητα, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της οποίας δικαιολογούν την ευρύτατη αποδοχή, από τη συντριπτική πλειοψηφία των συμπολιτών μας, της απόφασης για την επιλογή της στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα.

2. Η Κατερίνα Σακελλαροπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο δημόσιο δίκαιο στο Παρίσι. Γόνος δικαστικής οικογένειας, καθώς ο αείμνηστος πατέρας της, Νικόλαος Σακελλαρόπουλος, διετέλεσε αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, διορίστηκε εισηγητής στο Συμβούλιο της Επικρατείας το 1982, για να επιλεγεί ομοφώνως τον Οκτώβριο του 2018 για τη θέση του Προέδρου, αποτελώντας την πρώτη γυναίκα Πρόεδρο στην ιστορία του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της Χώρας.

Διετέλεσε Γενική Γραμματέας, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας, μέλος της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, πρόεδρος στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Υπουργείου Εξωτερικών, μέλος του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 86 του Συντ. στην υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ και πρόεδρος του Ειδικού Δικαστηρίου αγωγών κακοδικίας του άρθρου 99 του Συντ.

3. Παρούσα στις μεγάλες αποφάσεις του Δικαστηρίου, όπως για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, τον βασικό μέτοχο, την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από αλλοδαπούς και δη ανηλίκους, το πρώτο μνημόνιο, αλλά και την προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα, το PSI και άλλα μέτρα που ακολούθησαν με βάση τους εφαρμοστικούς νόμους, η συμβολή της Κατερίνας Σακελλαροπούλου, ήταν ιδιαίτερη στη νομολογία που παρήγαγε το Ε΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε αυτό, άλλωστε, υπηρέτησε επί 15 συναπτά έτη (2000-2015), αντιμετωπίζοντας πληθώρα ζητημάτων που απασχόλησαν το Δικαστήριο αναφορικά με την προστασία του φυσικού, πολιτιστικού και οικιστικού περιβάλλοντος. Εξάλλου, η τιμώμενη, δίδαξε επί δεκαετία δίκαιο του περιβάλλοντος στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και από το 2015 έως το 2019 υπήρξε πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Δικαίου του Περιβάλλοντος.

Ο κατάλογος των υποθέσεων τις οποίες εισηγήθηκε η Κατερίνα Σακελλαροπούλου είναι φυσικά μακρύς και κάθε υπόθεση παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Η προστασία του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος από την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, το εθνικό σχέδιο κατανομής δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, η παραχώρηση δικαιωμάτων απλής χρήσης επί του αιγιαλού και της παραλίας, ύστερα από εξατομικευμένη κρίση, σε αναζήτηση του «χαμένου», όπως θα αναφέρει αργότερα σε άρθρο της, δημόσιου χώρου, ο χαρακτηρισμός ως μνημείων του συνόλου των οκτώ τριώροφων προσφυγικών πολυκατοικιών της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, τεκμήρια μιας ιδιαίτερα κρίσιμης ιστορικής περιόδου της χώρας μας και αξιόλογα και αντιπροσωπευτικά δείγματα κτιρίων του Μοντέρνου Κινήματος της εποχής τους, η προστασία των διατηρητέων κτιρίων της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, το Ρέμα της Πικροδάφνης, υπόθεση που απασχολεί έως σήμερα το Δικαστήριο, οι όροι δόμησης στην περιοχή του Αρχαιολογικού Αλσους της Ακαδημίας Πλάτωνος, ήταν μερικές μόνον από τις υποθέσεις αυτές. 

Οι λύσεις που δόθηκαν ήταν σε αρκετές περιπτώσεις πρωτοποριακές. Ενδεικτικά θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στην υπόθεση του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΣτΕ 1422/2013), όπου το Δικαστήριο, εντάσσοντας την απόφασή του στη δέσμη των πρώτων αποφάσεων που εναρμονίζουν τον έλεγχο νομιμότητας με την αποτελεσματικότητα στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, δεν επιλέγει να ακυρώσει την επίμαχη ρύθμιση, καίτοι δεν είχε συνταχθεί η απαιτούμενη ειδική μελέτη, αλλά ανέβαλε την οριστική του κρίση προκειμένου η Διοίκηση να καλύψει εκ των υστέρων τη σχετική πλημμέλεια, πρακτική που αναγνωρίστηκε ακολούθως και από τον κοινό νομοθέτη. Ή στην υπόθεση της πρόληψης και αποκατάστασης του εδά¬φους και των υδάτων της περιοχής του Ασωπού ποταμού, όπου αντιμετωπίζεται για πρώτη φορά ως κύριο αντικείμενο της δίκης η εφαρμογή του δ/τος 148/2009 για την περιβαλλοντική ευθύνη και το Δικαστήριο, διαμορφώνοντας μια ευρύτερη τάση εμπλουτισμού της αιτήσεως ακυρώσεως με καταψηφιστικά χαρακτηριστικά, απευθύνει πολύ συγκεκριμένες και σαφείς εντολές στη Διοίκηση, καλώντας την χωρίς καμία περαιτέρω καθυστέρηση, να διακόψει τη λειτουργία όσων μονάδων δεν διαθέτουν σύστημα επεξεργασίας αποβλήτων και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα αποκατάστασης του διαταραχθέντος οικοσυστήματος, μεταξύ των οποίων και η έκδοση σχετικού προεδρικού διατάγματος (ΣτΕ 975/2015, 3943/2015). Ή ακόμη στις υποθέσεις για την εκτροπή του Αχελώου, όπου το Δικαστήριο επικυρώνει την άποψη ότι προσβλητή ως εκτελεστή διοικητική πράξη επί των λεγόμενων ατομικών τυπικών νόμων, η έκδοση των οποίων δεν μπορεί να στερήσει από αυτό τον έλεγχο συμβατότητας των επιλογών του νομοθέτη με το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο, αποτελεί το έγγραφο της Διοίκησης που εκδίδεται προς εκτέλεση των οριζόμενων στον νόμο, έστω και αν δεν προβλέπεται ρητά σε αυτόν η έκδοσή του (ΣτΕ Ολ. 3053/2009). 

4. Η έντονη δικαιοδοτική δραστηριότητα της τιμωμένης συνοδεύθηκε από ανάλογες θεωρητικές παρεμβάσεις. Έχει συγγράψει πολυάριθμα άρθρα και μελέτες που αναφέρονται σε γενικότερα ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής του Συντάγματος, καθώς και σε πλειάδα ειδικών ζητημάτων του δικαίου του περιβάλλοντος, ενώ έχει εισηγηθεί σχετικά θέματα σε επιστημονικά συνέδρια και ημερίδες. Ορισμένα από τα κείμενα αυτά φιλοξενούνται από το περιοδικό Νόμος και Φύση, που συνίδρυσε με τον αείμνηστο καθηγητή Γιώργο Παπαδημητρίου ο Κων/νος Μενουδάκος, επίτιμος διδάκτορας της Σχολής μας, με τον οποίο η τιμώμενη είχε μία πολυετή, στενότατη συνεργασία. Συμμετείχε, επίσης, με αντίστοιχες συμβολές, στα συλλογικά έργα «Οικονομική κρίση και προστασία του περιβάλλοντος στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας» και «Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Προτάσεις για ένα σύγχρονο δικαστικό σύστημα».

Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν όμως οι παρεμβάσεις της τιμωμένης στο επίπεδο λειτουργίας των θεσμών και ειδικότερα, όπως ήταν φυσικό και λόγω της θέσης της, της Δικαιοσύνης. Επικεντρώθηκε ιδιαίτερα σε ευαίσθητες πτυχές του κράτους δικαίου, τόσο στη θεσμική του διάσταση, η οποία αναφέρεται στον τρόπο οργάνωσης της κρατικής εξουσίας, όσο και την κανονιστική, που μας παραπέμπει σε ορισμένα βασικά γνωρίσματα της έννομης τάξης. Το ζήτημα αυτό απασχολεί όλο και πιο έντονα τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αναζητεί συμπληρωματικούς μηχανισμούς προστασίας του κράτους δικαίου, πρωταρχική αξία στην οποία στηρίζεται ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Διατυπώνει έτσι δημόσια τις ανησυχίες της για τη δικαστική ανεξαρτησία, τη θεμελιώδη αυτή εγγύηση της δίκαιης δίκης, με αφορμή τις μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη σε χώρες που ανήκουν πια στην ευρωπαϊκή μας οικογένεια, όπως η Πολωνία ή η Ουγγαρία και παρουσιάζει τη σημαντική επί του θέματος νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης, το οποίο μάλιστα σε πρόσφατη απόφασή του (υπόθ.274/14 Banco de Santander SA), επανεξετάζει επί το αυστηρότερο την έννοια του δικαστηρίου για την υποβολή προδικαστικής παραπομπής, με γνώμονα ακριβώς την ανεξαρτησία του. Στο συλλογικό έργο «Η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα», τη δικαστική ανεξαρτησία τη βλέπει όμως και από την πλευρά του δικαστή και δη μέσα από ένα πλαίσιο αρχών δικαστικής δεοντολογίας που αυτός οφείλει να τηρεί, καθώς αποτελεί, όπως επισημαίνει, «την ατμόσφαιρα που τον περιβάλλει και μέσα στην οποία αναπνέει, κατά την άσκηση των καθηκόντων του και, κυρίως, έξω από αυτά», αναφερόμενη εκτενώς στο γνωστό κείμενο των Αρχών της Bangalore για τη δικαστική δεοντολογία, που υιοθετήθηκαν το 2001/2002 στο πλαίσιο καταπολέμησης του διεθνούς εγκλήματος και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των πολιτών στο δικαστικό σύστημα και έγιναν αποδεκτές από τα περισσότερα σύγχρονα κράτη δικαίου. Εισάγει στη Διοικητική Ολομέλεια ζητήματα σχετικά με την αμεροληψία του δικαστή του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ, πριν παραιτηθεί από τη θέση της ως Προέδρου του Δικαστηρίου, δεν παρέλειψε να συστήσει ομάδα εργασίας για τη σύνταξη κώδικα δεοντολογίας για τη διοικητική δικαιοσύνη, η οποία έχει ήδη ολοκληρώσει τις εργασίες της, ανταποκρινόμενη έτσι και σε σχετική σύσταση της Ολομέλειας της Ομάδας Χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης ενάντια στη Διαφθορά (GRECO).

Παράλληλα, η τιμώμενη αναδεικνύει το μείζον για την εποχή μας, κρίσιμο για την εμπιστοσύνη των πολιτών στον νόμο αλλά και την αξιοπιστία των θεσμών, ζήτημα της ανάγκης ενίσχυσης της θεμελιώδους αρχής της ασφάλειας δικαίου, ειδικότερη έκφανση της αρχής του κράτους δικαίου. Η αρχή αυτή δέχεται στις μέρες μας ισχυρές πιέσεις, που προέρχονται, μεταξύ άλλων, από τη διαρκή, ποσοτική και ποιοτική, μεταβολή των κανόνων δικαίου, την περαιτέρω εξειδίκευση και εξατομίκευση του δικαστικού ελέγχου, αλλά και τις όλο και πιο εμφανείς δυσχέρειες που αντιμετωπίζει στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συνταγματικού πλουραλισμού ο λεγόμενος «ζωντανός διάλογος» ανάμεσα στον εθνικό δικαστή και τα ευρωπαϊκά δικαστήρια, γεγονός που καθιστά απρόβλεπτη την ερμηνεία ακόμη και του εθνικού Συντάγματος και μπορεί να οδηγεί στην ανατροπή αμετάκλητων αποφάσεων ανωτάτων δικαστηρίων. Η τιμώμενη, κινούμενη με άνεση στο διαχρονικό δίπολο εμπειρισμού-δογματισμού, παρακολουθεί και καταγράφει τα βήματα εξέλιξης του ακυρωτικού ελέγχου μέσω της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας επιχειρώντας, σε μία περίοδο όπου παρατηρείται μία ευρύτατη ευχέρεια του δικαστή κατά την επιλογή της κατάλληλης ερμηνευτικής μεθόδου, να αναδείξει συνεκτικά στοιχεία στις τεχνικές δικαστικού ελέγχου που υιοθετούνται, καθώς και τη συνέχεια και την παράδοση στην ιστορία του Δικαστηρίου, το οποίο, όπως διευκρινίζει, λειτουργώντας σε πλαίσιο κράτους δικαίου, είναι εγγυητής τήρησης του Συντάγματος και όχι κέντρο λήψης αποφάσεων. Επισημαίνει ταυτόχρονα στους δικαστές μας την ανάγκη να διευρυνθεί η εφαρμογή του θεσμού της πρότυπης δίκης που επιτρέπει τα μείζονα νομικά ζητήματα να επιλύονται άμεσα από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο ενισχύοντας τον ενοποιητικό ρόλο της νομολογίας του και θέτει θέμα αναθεώρησης του υφιστάμενου πλαισίου περιορισμών στα ένδικα μέσα, συγκροτώντας Επιτροπή για τη διατύπωση προτάσεων σχετικά με την εφαρμογή του ν. 3900/2010 και τις αρμοδιότητες των Τμημάτων του Δικαστηρίου, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος έκδοσης αμετάκλητων αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων, φαινόμενο που, όπως υπογραμμίζει το Δικαστήριο του Στρασβούργου στη δική μας υπόθεση «Τσαγγαράκης», προκαλεί ανασφάλεια δικαίου και περιορίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στο δικαστικό σύστημα, υπό προϋποθέσεις δε μπορεί να συνιστά παραβίαση του δικαιώματος σε μία δίκαιη δίκη.

5.Τις διοικητικές της ικανότητες επέδειξε η τιμώμενη ήδη από την επομένη της αναλήψεως των καθηκόντων της ως Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ξεδιπλώνοντας, κατά τη διάρκεια της σύντομης θητείας της, ενδιαφέρουσες πτυχές του θεσμικού της ρόλου. Συγκαλεί την διοικητική Ολομέλεια του Δικαστηρίου για μία εις βάθος εσωτερική αξιολόγηση των εργασιών του, θέτοντας στόχους και λαμβάνοντας μέτρα για την καλύτερη αποδοτικότητά του. Εγκαινιάζει άμεσα μία εποικοδομητική σχέση συνεργασίας με τα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια και τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας, με στόχο την αντιμετώπιση των εκκρεμοτήτων και τη βελτίωση της ποιότητας απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης, την οποία αντιμετωπίζει ως ενιαίο δικαιοδοτικό κλάδο, σύμφωνα και με τις επιλογές του συνταγματικού μας νομοθέτη. Απευθυνόμενη στους διευθύνοντες τα διοικητικά δικαστήρια, ανέδειξε τον σημαντικότατο ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν στη λειτουργία της δικαιοσύνης, ανοίγοντας, παράλληλα, μία συζήτηση για πιο ουσιαστική και ομοιογενή επιθεώρηση, που θα ακολουθεί σταθερούς κανόνες και κριτήρια τα οποία ανταποκρίνονται καλύτερα στη σύγχρονη θεώρηση του δικαστικού έργου και θα εφαρμόζονται με ομοιόμορφο τρόπο, συμβάλλοντας στην εμπέδωση της αξιοκρατίας εντός του δικαστικού σώματος. 

Η εξωστρέφεια και η επικοινωνία της δικαιοσύνης με τους πολίτες και την κοινωνία εντάσσονται στις προτεραιότητες της τιμωμένης, καθώς θεωρεί ότι συμβάλλουν σημαντικά στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο δικαστικό σύστημα και ενισχύουν την ανεξαρτησία των δικαστών, ζητήματα που ανέδειξε και στο συνέδριο που διεξήχθη στην πόλη μας τέλη του 2019 με τη γενικότερη θεματική «Δικαιοσύνη και Κοινωνία». Στηρίζει τη θεσμική επικοινωνία του Συμβουλίου της Επικρατείας με τα ΜΜΕνημέρωσης και δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ανάρτηση ανωνυμοποιημένων των δικαστικών αποφάσεων στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Διοικητικής Δικαιοσύνης, ώστε να είναι προσβάσιμες σε όλους τους πολίτες, επισημαίνοντας ότι αυτό ενισχύει την αρχή της ασφάλειας δικαίου και συμβάλλει στην πραγμάτωση των συνταγματικά κατοχυρωμένων αρχών της δημοσιότητας και της διαφάνειας, αρχών που προβάλλονται από πληθώρα ευρωπαϊκών κειμένων ηπίου δικαίου, ιδίως των Γνωμοδοτικών Συμβουλίων των Ευρωπαίων Δικαστών και Εισαγγελέων και αποτελούν βασικό θεσμικό αντίβαρο για τον έλεγχο της δικαστικής εξουσίας. 

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε όμως η τιμώμενη και στα θέματα της δικαστικής εκπαίδευσης. Επικεφαλής ομάδας εργασίας που προσέγγισε συγκριτικά τα ευρωπαϊκά συστήματα δικαστικής εκπαίδευσης, συνέβαλε, ως πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, στην αναμόρφωση του προγράμματος σπουδών με την ενίσχυση της διδασκαλίας σε τομείς που αναδεικνύει η επικαιρότητα και με την εισαγωγή νέων και σύγχρονων διδακτικών ενοτήτων, ιδίως στο πεδίο της διαχείρισης του δικαστικού χρόνου και του δικαστικού μάνατζμεν, της δικαστικής δεοντολογίας, της σχέσης δικαίου και οικονομίας, της δικαστικής επικοινωνίας, της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης.

6. Η Κατερίνα Σακελλαροπούλου είναι μία πολυσχιδής προσωπικότητα. Η εξαιρετική νομική της κατάρτιση και το διαρκές επιστημονικό της ενδιαφέρον, καθώς και η αφοσίωση στα δικαστικά και διοικητικά της καθήκοντα, τα οποία επιτελούσε άοκνα και με τρόπο υποδειγματικό, την καθιέρωσαν σύντομα στη συνείδηση όλου του νομικού κόσμου και σε όλους τους ομότεχνούς της, προκαλώντας μόνον σεβασμό και εκτίμηση. Στο πρόσωπό της τιμούμε τον δικαστή που ως ενεργός πολίτης είναι επιστημονικά και κοινωνικά ανήσυχος, που επιζητεί διαρκώς την πολύπλευρη ενημέρωση, εμπλουτίζοντας και ανανεώνοντας τη σκέψη του, που είναι προσηνής και ανοικτός στον διάλογο, τηρώντας τη δεοντολογία και αποδεχόμενος την κριτική, που τολμά να αντιπαρατεθεί, πάντοτε με σεβασμό, με τους ανωτέρους του, που δεν διστάζει να αντιμετωπίσει κατάματα την πραγματικότητα δρομολογώντας τις κατάλληλες πρωτοβουλίες τις οποίες τόσο μεγάλη ανάγκη έχει το δικαστικό μας σύστημα, που γνωρίζει όχι μόνον να διαφυλάττει αλώβητο, αλλά και να ενισχύει το κύρος της δικαιοσύνης χωρίς να οχυρώνεται πίσω από θέσεις και αξιώματα ή να κρύβεται πίσω από έννοιες που στοχεύουν στη θεσμική και μόνον θωράκιση του έργου του. Με απλά λόγια, τιμούμε τον δικαστή, ο οποίος, με πλήρη επίγνωση του ρόλου που του επιφυλλάσσει ο συνταγματικός μας νομοθέτης, με ήθος και συνέπεια στα λόγια και στις πράξεις του, τιμά το λειτούργημά του και αποτελεί πρότυπο για τους νέους νομικούς μας, στους οποίους η τιμώμενη έστρεψε από την αρχή το ενδιαφέρον της. 

Η Κατερίνα Σακελλαροπούλου ξεχωρίζει όμως και για τη γενικότερη παιδεία της και την καλλιέργεια που τη χαρακτηρίζει, επιχειρώντας με κάθε ευκαιρία να φέρει κοντά τη δικαιοσύνη με την τέχνη. Ξεχωρίζει για τις ευαισθησίες της σε σειρά ζητημάτων που απασχολούν τους συμπολίτες της, όπως η θέση της γυναίκας στη σημερινή κοινωνία, ο σεβασμός στο περιβάλλον και οι επιπτώσεις από την κλιματική αλλαγή, η διαφύλαξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, η υπεράσπιση των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, των συνανθρώπων μας που βιώνουν τη διακριτική μεταχείριση ή τη ρητορική μίσους ή την οικονομική ανέχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, για τον αγώνα της για την αναγνώριση των δικαιωμάτων, ως βασικό σημείο αναφοράς του πολιτισμού και του τρόπου ζωής μας, αλλά και την ανάδειξη των ευθυνών του καθενός μας, στη δύσκολη μάλιστα περίοδο που διανύουμε, την οποία αντιμετωπίζει ως μία οδυνηρή αλλά συνάμα και παιδαγωγική διαδικασία. Όπως η ίδια δηλώνει, η ατομική ευθύνη, η συνεργασία και η αλληλεγγύη βρίσκονται στην καρδιά του νέου πατριωτισμού που έχουμε ανάγκη, θυμίζοντάς μας, σε μία διαρκή αναζήτηση της δικής μας ατομικής και συλλογικής χειραφέτησης στην εποχή της γενικευμένης πια διακινδύνευσης που χαρακτηρίζει την ύστερη νεωτερικότητα, το «είμαστε εις το εμείς και όχι εις το εγώ» του ρουμελιώτη αγωνιστή Μακρυγιάννη. 

Η πανηγυρική εκλογή, τον Ιανουάριο του 2020, της Κατερίνας Σακελλαροπούλου, μιας γυναίκας με ισχυρή θέληση και με υψηλό αίσθημα ευθύνης, με φρόνηση και ρεαλισμό, με την εμπειρία που αποκόμισε, ως ένας ουδέτερος τρίτος κριτής, στη σύνθεση των αντιτιθέμενων απόψεων, με λόγο θεσμικό και ενωτικό, στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, ως πρώτης και πάλι γυναίκας αρχηγού του ελληνικού κράτους, συνιστά απλώς το επιστέγασμα αυτής της λαμπρής και σταθερής πορείας της, μεστής από επαγγελματικά αλλά και κοινωνικά ενδιαφέροντα, αφιερωμένης στην προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων του πολίτη, στην τήρηση της νομιμότητας και τη διασφάλιση των αρχών του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας. Με αυτές τις παρακαταθήκες να την καθοδηγούν και να τη στηρίζουν και με μία ευρύτατη αποδοχή από την κοινή γνώμη, η τιμώμενη, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα από την ανάληψη των καθηκόντων της, εν μέσω πανδημίας, ενσαρκώνει με δημιουργικό τρόπο τον ρόλο της ως ρυθμιστή του πολιτεύματος, ως ζωντανού εκφραστή της ενότητας και συνέχειας της Πολιτείας, του «θεσμού των θεσμών» κατά τον Δημ. Τσάτσο, και αναπτύσσει μια ιδιαίτερα πλούσια δραστηριότητα. Στο πρόγραμμά της προτάσσει, με αφορμή εθνικές και όχι μόνον επετείους, τις ακριτικές μας περιοχές, συνομιλεί με τις τοπικές κοινωνίες, επισκέπτεται παραγωγικές μονάδες των περιοχών αυτών, ενισχύοντας σε μια κρίσιμη για τη Χώρα μας περίοδο το εθνικό φρόνημα, προβάλλοντας τα εθνικά δίκαια διεθνώς. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύει και την ανθρώπινη πλευρά αυτής της κρίσης, με την εργαλειοποίηση του προσφυγικού πληθυσμού και τις απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσής του, με αφορμή τις επισκέψεις της σε δομές φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων. Κατά το Σύνταγμά μας, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Κινούμενη σε γνώριμα γιΆ αυτήν πεδία και εκφράζοντας γενικότερες κοινωνικές ανησυχίες και προσδοκίες, δεν παραλείπει να τονίζει τον σημαίνοντα ρόλο της κοινωνίας των πολιτών, η οποία «διευκολύνει», όπως έγραφε ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα ο Alexis de Tocqueville, την πολιτική κοινωνία και τη δημοκρατία, προβάλλει τα πολιτιστικά δρώμενα, επισκέπτεται κέντρα αστέγων και κέντρα φιλοξενίας παιδιών, δηλώνει τη συμπαράσταση και την ευγνωμοσύνη της στους υγειονομικούς μας. Αναγνωρίζοντας ότι «η αισιόδοξη εποχή της σταθερότητας έχει μάλλον για τα καλά παρέλθει» και ότι τα δικαιώματα εισέρχονται στην εποχή «της ευελιξίας και της σχετικοποίησής τους στο όνομα των εύλογων, πλην επίπονων, συμβιβασμών του καιρού μας», το ενδιαφέρον της επικεντρώνεται για άλλη μια φορά στους νέους, που αντιμετωπίζουν πιο έντονα τις συνέπειες από τις σύγχρονες προκλήσεις, προσβλέποντας στην Ελλάδα της ισονομίας, του κράτους δικαίου, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και της δημιουργίας, της συνεργασίας, της προόδου, των ανοιχτών οριζόντων. Η εκλογή της τιμωμένης, συνιστά όμως, επιτρέψτε μου να πω και ένα σημαντικό βήμα προόδου για το πολιτικό μας σύστημα, καθώς πολιτικές δυνάμεις από διαφορετικούς πολιτικά χώρους, φαίνεται να στηρίζουν, στο πρόσωπό της, έναν άνθρωπο ανένταχτο, που επέλεξε να κρατήσει την ανεξαρτησία και την παρρησία της γνώμης του και να μην ακολουθήσει τα παραδοσιακά οριζόντια δίκτυα επικοινωνίας, έναν άνθρωπο απαλλαγμένο από στερεότυπα και προκαταλήψεις, αναγνωρίζοντάς την, δικαίως, ως «σύμβολο της νέας εποχής». 

Η απώλεια για το δικαστικό σώμα ήταν αναμφίβολα μεγάλη. Χαιρόμαστε όμως γιατί είμαστε βέβαιοι, και άλλωστε ήδη μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα έχουμε απτά δείγματα γραφής, ότι με τα ίδια ιδανικά, τις ίδιες αρχές, την ίδια ανησυχία και τις κοινωνικές, πολιτιστικές και πάνω απΆ όλα εθνικές ευαισθησίες που τη διακρίνουν, πορεύεται και προσφέρει από τη νέα της θέση για το καλό της Χώρας, όπως έκανε πάντοτε στη ζωή της, αφήνοντας το δικό της ξεχωριστό αποτύπωμα στον θεσμό της Προεδρίας της Δημοκρατίας. 



Ομιλία της Προέδρου της Δημοκρατίας, Κατερίνας Σακελλαροπούλου

Είναι ιδιαίτερη η συγκίνησή μου για τη σημερινή μέρα. Η Θεσσαλονίκη, γενέθλια και αγαπημένη πόλη, μου ξυπνά τα πιο δυνατά συναισθήματα οικειότητας. Κάθε φορά που την επισκέπτομαι, επιστρέφω στις μνήμες και στους τόπους της παιδικής μου ηλικίας. Πλουτίζω από τις παραστάσεις της και συναντώ ξανά αγαπητά μου πρόσωπα. Πολλά από αυτά, παρά τους περιορισμούς που μας επιβάλλει η πανδημία, είναι παρόντα εδώ, ανάμεσά μας. 

Χαίρομαι, επίσης, γιατί με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και τους ανθρώπους της Νομικής Σχολής, ειδικά του Τομέα Δημοσίου Δικαίου, διατηρώ εδώ και χρόνια σχέσεις στενές. Η Νομική Σχολή της Θεσσαλονίκης ήταν πάντα για όλους τους νομομαθείς της γενιάς μου μια κυψέλη προοδευτικών και δημοκρατικών ιδεών μέσα στο ζωντανό ακαδημαϊκό περιβάλλον της ζηλευτής, για όσους σπουδάζαμε στην Αθήνα και στο ιστορικό κτίριο της οδού Σόλωνος, πανεπιστημιούπολης. 

Σήμερα, η Νομική Σχολή μου αποδίδει την πιο υψηλή τιμή, με την αναγόρευσή μου σε επίτιμη διδάκτορά της, και την ευχαριστώ θερμά για αυτό. Είναι μια στιγμή ξεχωριστή, που συμπυκνώνει πολλές δεκαετίες παρουσίας, εργασίας και μελέτης στον χώρο του δικαίου. Αλλά και κάτι παραπάνω, που δεν χωράει στο τυπικό βιογραφικό: το δίκαιο δεν συνιστά, για όσους αφιερώνουμε τη ζωή μας σε αυτό, ένα απλό αντικείμενο γνώσης, δεν κείται έξω από μας. Αντιθέτως, είναι, τολμώ να πω πιο προσωπικά, ένα διαρκές βίωμα, με σπουδαίες αναφορές σε πρόσωπα και θεσμούς που προσδιόρισαν βαθύτατα τη στάση μου απέναντι σε αυτό. Με πρώτο το παράδειγμα του πατέρα μου, στην εγγύτερη αναφορά για όλους μας, την οικογένεια. Στη συνέχεια ήρθε η Νομική Σχολή της Αθήνας, στη μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία, σε χρόνια εκρηκτικά και δημιουργικά. Καθοριστική υπήρξε βέβαια η μακρά θητεία μου στο Συμβούλιο της Επικρατείας σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, της πιο ειρηνικής και προοδευτικής περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας. Είχα την τύχη, σε αυτή την πορεία, να συνεργαστώ με άξιους συναδέλφους και να συναναστραφώ καταρτισμένους νομικούς και πανεπιστημιακούς - ακόμη μαθαίνω και επηρεάζομαι από αυτούς. 
Το δίκαιο διδάσκει μέθοδο και τρόπο σκέψης. Για πολλούς από μας μετατρέπεται σε συμπεριφορά και αντίληψη, σε μια συγκεκριμένη θέαση του κόσμου. Στα σαράντα σχεδόν χρόνια που υπηρέτησα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η νομική θεωρία και η πράξη ήταν πάντα άρρηκτα συνδεδεμένες. Στον δικανικό μας συλλογισμό, στη μείζονα και στην ελάσσονα πρόταση, το δίκαιο γεννιόταν και προέκυπτε εν συνόλω. Η αιτιολογία και το διατακτικό αποτύπωναν τη σχέση της πραγματικότητας με τον κανόνα. Με λέξεις και έννοιες που είχαν όλες, σας διαβεβαιώνω, σημασία: καμία δεν έπρεπε να είναι περιττή. Ο δικαστής δεν έχει την πολυτέλεια του ερευνητή του δικαίου να χαθεί στους μαιάνδρους της θεωρίας, ούτε μπορεί να επιδοθεί σε έναν άκρατο εμπειρισμό, δίχως συνοχή, αρχές και κανόνες. Η δικαιοσύνη δεν είναι μια αφηρημένη διαδικασία, ούτε ο δικαστικός λειτουργός συνιστά, όπως πίστευε ο Μοντεσκιέ, έναν αυτόματο μηχανισμό επιβολής του δικαίου, το απλό «στόμα του νόμου». Απέναντι στον διάδικο δεν υπάρχει μόνον η νομική αλήθεια, αλλά και ο σεβασμός στην ελπίδα και την αγωνία του, στο αίτημά του για μια δίκαιη και αμερόληπτη κρίση. Ο δικαστής ασκείται σε μια κρίσιμη διαλεκτική ανάμεσα στο δέον και το είναι, την προσωπική του πεποίθηση και τη δικαιική ορθότητα, οφείλοντας να παραμείνει απρόσβλητος από εξωτερικές πιέσεις και δεσμεύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, στο οποίο δοκιμάζεται καθημερινά, τίποτα δεν είναι απολύτως δεδομένο, αλλά και τίποτα δεν είναι, ταυτόχρονα, απολύτως δυνατό: ο δικαστής αναμετράται με το θετικό δίκαιο και την ερμηνεία του, τη νομολογία και τις δικές του ιδέες και διαισθήσεις. 

Στις αποσκευές του φρόνιμου δικαστή συνυπάρχουν ο ιδεαλισμός με τον πραγματισμό, η αποστασιοποίηση και η ενσυναίσθηση. Η νομολογία τοποθετείται στη συγκυρία, αλλά και την υπερβαίνει. Ο χρόνος της δεν είναι ποτέ αυστηρά ενεστώς, καθώς περικλείει τη σχέση με το παρελθόν, τις προηγούμενες κρίσεις της, όπως και τους δρόμους που ανοίγει για το μέλλον. Ο δικαστικός εαυτός είναι μια ενότητα μεθόδου και νομικής αντίληψης, ένας πυρήνας ερμηνείας του δικαίου που παρά τις νομολογιακές μεταβολές και τις αποκλίσεις, τις πλειοψηφίες και τις μειοψηφίες, παραμένει ισχυρός και συνεκτικός, για όποιον τουλάχιστον επιχειρεί να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων που απαιτεί η απονομή της δικαιοσύνης. Στην προσωπική μου διαδρομή αυτό προσπάθησα να κάνω πράξη, σε όλες τις πτυχές και τις εκφάνσεις της.

Η δικαστική απόφαση δεν προκύπτει εκ του μηδενός, ούτε είναι, ιδίως στα ανώτατα Δικαστήρια, προϊόν της ατομικής βούλησης. Η συμμετοχή στη συζήτηση στο ακροατήριο και στην κοινότητα της διάσκεψης είναι μια μοναδική εμπειρία διαβούλευσης και επιχειρηματολογίας που διαπλάθει τη συνείδηση του δικαστή. Διαμορφώνει μια κουλτούρα πειθούς και συναίνεσης, ένα ήθος διαλογικό για όσους είναι έτοιμοι να το υποδεχθούν - την ίδια, όμως, στιγμή η συλλογικότητα αυτή επιδρά ακόμη και στους πιο άκαμπτους, διαφορετικά τους περιθωριοποιεί. Όπως συμβαίνει σε κάθε συλλογικό όργανο. Αυτή η συνεχής διαδικασία διαπαιδαγώγησης για τον δικαστή επηρεάζει και τη νομική του μέθοδο. Είναι μια επίπονη εκμάθηση της ακρόασης του άλλου, που επαληθεύεται στη δικαστική αίθουσα. Η δημοκρατική διάσταση στην ίδια την προετοιμασία και τη λήψη της δικαστικής απόφασης αποτελεί, ίσως, την πιο ισχυρή εγγύηση σε ένα ανώτατο δικαστήριο απέναντι στον δογματισμό και τον αποκλεισμό της διαφορετικής άποψης.

Για τον ανώτατο δικαστή, η μετάβαση από την κλειστή αίθουσα του δικαστηρίου στη ανοικτή σφαίρα της πολιτικής δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Ο δικαστικός αυτοπεριορισμός και η εσωστρέφεια δίνουν τη θέση τους στη συνεχή έκθεση, στη συρρίκνωση της ιδιωτικότητας, στην εξωστρέφεια του πολιτικού αξιώματος. Η καθημερινότητα μεταβάλλεται ριζικά, ο ρυθμός της ζωής αλλάζει. 

 Η ιδιότητα του νομικού είναι αυτή που κάνει πιο οικεία τα συνταγματικά μου καθήκοντα και την άσκηση των αρμοδιοτήτων μου στην Προεδρία. Τα εφόδια και οι εμπειρίες που αποκόμισα από τη δικαστική μου θητεία, ο βίος στο Συμβούλιο της Επικρατείας, είναι το ψυχικό και συναισθηματικό μου απόθεμα, ο τρόπος που συνταιριάζει τη νομική με την πολιτική μου αποστολή. Ο Προέδρος της Δημοκρατίας, όπως και ο δικαστής, οφείλει να ακούει με προσοχή όλες τις πλευρές, να συνθέτει τις διαφορές. Ο ρυθμιστικός μου ρόλος, όπως περιγράφεται στο Σύνταγμα, και η ενωτική υπέρβαση των κομματικών σκοπιμοτήτων, προϋποθέτει την απόσταση και την αμεροληψία. Δεν εκπροσωπώ καμία παράταξη, αλλά όλους τους Έλληνες. Ως Πρόεδρος, παραμένω στο τέλος της ημέρας όπως ακριβώς και στη δικαστική μου διαδρομή: ένας δημόσιος λειτουργός, προσηλωμένος στο γενικό και στο εθνικό συμφέρον. Μακριά από την ιδιωτική και ιδιοτελή αντίληψη του θεσμού, τη μικροπολιτική ένταξη. Η θεσμική συνείδηση και η ανάληψη της ευθύνης απέναντι στον ελληνικό λαό δεν συνιστούν συνθήματα πολιτικής. Συγκροτούν τον πυρήνα της άσκησης των δημοσίων και κρατικών αξιωμάτων και πρέπει να μας εμπνέουν όλους, ανεξάρτητα από τη θέση μας στην κρατική πυραμίδα. Στο πολίτευμά μας ο ρόλος του Προέδρου δεν είναι εκτελεστικός. Ο συμβολισμός, εν τούτοις, που παράγει ο λόγος του, το ύφος και το ήθος στην εκπλήρωση του καθήκοντός του, είναι πολύ σημαντικά. Υπάρχει, άλλωστε, ένα ευρύ πεδίο θεμάτων στα οποία μπορεί να παρέμβει ο Πρόεδρος και να δώσει έμφαση και περιεχόμενο σε αρχές, αξίες και νοήματα, πέρα από τις αρμοδιότητες που περιγράφει το Σύνταγμα. Πολλοί είναι αυτοί που απευθύνονται καλοπροαίρετα στον θεσμό, και αυτό με τιμά γιατί φανερώνει τις προσδοκίες των ανθρώπων. Είναι, ωστόσο, κρίσιμο για την εύρυθμη λειτουργία της Δημοκρατίας μας να τηρείται με συνέπεια η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών. Δεν εμπίπτει στην αποστολή του Προέδρου η παρέμβαση σε θέματα που εκκρεμούν στη δικαιοσύνη ή ανήκουν στην Κυβέρνηση, και εν γένει εντάσσονται στην άσκηση τρέχουσας πολιτικής. 

Το δίκαιο και η πολιτική τέμνονται. Παρότι όμως αφορούν συχνά τα ίδια ζητήματα, αναφέρονται σε διαφορετικές οπτικές και διατηρούν τη σχετική τους αυτονομία. Το δίκαιο είναι ο μανδύας της πολιτικής, αλλά δεν πρέπει να συγχέεται με αυτήν. Ούτε η πολιτική μπορεί να απορροφηθεί από το δίκαιο. Κατέχει το δικό της προνομιακό πεδίο, την ελεύθερη και πολλές φορές γκρίζα ζώνη της σκοπιμότητας, στα όρια πάντα του Συντάγματος και των νόμων. Αυτό επιτάσσει η δημοκρατική αρχή και η διάκριση των εξουσιών, οι θεμελιώδεις αρχές της Πολιτείας. ΠαρΆ όλα αυτά, στη χώρα μας πολιτικοποιούμε παραπάνω από το μέτρο, με λεξιλόγιο πολεμικό, τα νομικά ζητήματα ή εκνομικεύουμε τα πολιτικά, ανάλογα με τη συγκυρία ή το συμφέρον του καθενός. Όταν δεν διαφυλάσσουμε τα σύνορα ανάμεσα στο δίκαιο και την πολιτική, αδυνατίζουμε τη δημοκρατική συναίνεση. Υποτιμάμε το θεμέλιο του κοινωνικού μας συμβολαίου που είναι ο σεβασμός στη σύμβαση, στην ελευθερία μας να συμφωνούμε, αλλά και να διαφωνούμε συντεταγμένα. Ο θετικισμός είναι βασικό στοιχείο του πολιτισμού μας και ο νομικός τύπος δεν πρέπει να υποβιβάζεται ή να εργαλειοποιείται για χάρη των σκοπών.

Από την άλλη, ο καλός νομικός και ο ενάρετος πολιτικός μοιράζονται τον ίδιο πυρήνα αξιών, μια κοινή και αδιαπραγμάτευτη θέση, την αφοσίωσή τους στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Αυτή δεν προκύπτει μόνον ως το απόσταγμα της γνώσης του δικαίου και των θεσμών, αλλά, πρωτίστως και κυρίως, ως μια θέση της προσωπικής ταυτότητας, της πεποίθησης και ηθικής, που φέρει ο καθένας μας ως άτομο και μέλος του κοινωνικού συνόλου, όπως αναφέρει και το Σύνταγμά μας. Μιας ταυτότητας που σφυρηλατείται, μέρα με τη μέρα, στην πορεία που διαγράφουμε και στο κοινωνικό μας βίωμα. Σε αυτόν τον προσωπικό μας καμβά αποτυπώνονται οι αντιλήψεις μας για τα ζητήματα που απασχολούν το δίκαιο και την πολιτική. Αυτές τις αρχές και αξίες προσπάθησα να υπηρετήσω στο δικαστήριο σε μια σειρά από ζητήματα για τα δικαιώματα, την ισότητα των φύλων, το περιβάλλον, την οικονομία. Θέσεις που πάντα προϋπέθεταν την επαφή με την κοινωνία και το βλέμμα έξω από την αίθουσα. 
Αυτός ο συντονισμός με το κοινωνικό είναι και η βασική προτεραιότητα της Προεδρίας μου: το ισχυρό μήνυμα αλλά και η αποτελεσματική πράξη της συμπερίληψης του άλλου, ιδίως του αδυνάτου, στην κοινωνική και πολιτική μας συνύπαρξη.

Χαίρομαι ιδιαίτερα για την πρόοδο και την καταξίωση των γυναικών και τη συμβολή της εκλογής μου στην κατεύθυνση αυτή. Η ευημερία της δημοκρατίας μας συναρτάται με την ενσωμάτωση, όχι με τον αποκλεισμό, με την ανάπτυξη και τη δημιουργία κινήτρων για όλους, αλλά και τη στήριξη των ευάλωτων ομάδων, ειδικά στις δύσκολες μέρες του καιρού μας. Το στοίχημα είναι υψηλό και δύσκολο: η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας δεν νοείται δίχως την αποτελεσματική προστασία μας. Ο σεβασμός των ταυτοτήτων πρέπει να συμπληρώνεται από τις πολιτικές της ισότητας, με εμβέλεια καθολική, ώστε να κλείνουν γρήγορα τα ρήγματα στην κοινωνία και να διατηρείται η συνοχή της. Οι δυνατότητες και οι ανοικτές επιλογές που μας παρέχει ο σύγχρονος κοσμοπολιτισμός πρέπει να συμβαδίσουν με την παροχή των ίσων ευκαιριών και τη διορθωτική και αναδιανεμητική δικαιοσύνη. Το σχέδιο της ζωής μας δεν είναι υπόθεση μόνον ατομικής ευθύνης, ούτε προϊόν κρατικού παρεμβατισμού. Είναι μια υπόσχεση που εγγυάται η Πολιτεία στον καθένα από μας για να εκπληρώσει τη δική του αυτονομία.

Η χώρα μας δοκιμάστηκε στις κρίσεις των τελευταίων ετών και η αξιοπιστία του πολιτικού της συστήματος δέχθηκε ένα καίριο πλήγμα. Η οικονομική κρίση και σήμερα η υγειονομική δεν έχουν μόνο βιοτικές επιπτώσεις, υλικές και ψυχικές, αλλά και σπουδαίες θεσμικές προεκτάσεις. Αγγίζουν τον πυρήνα της σχέσης κυβερνώντων και κυβερνωμένων: την ίδια την εμπιστοσύνη που εμπεδώνει, παράλληλα με τους νόμους και το Σύνταγμα, την αυθεντία και τη νομιμοποίηση της εξουσίας. Έχω την πεποίθηση ότι στη διαφύλαξη και ενδυνάμωση αυτής της σχέσης εντοπίζεται και το βαθύτερο νόημα της πολιτικής. Παρότι πρόερχομαι από χώρο μη πολιτικό, σε αυτόν τον ευγενή στόχο προσδοκώ να συμβάλλω. 

Σας ευχαριστώ

 

 



 

 

 

 

 

 

 Επιστροφή  Κορυφή σελίδας

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η με οποιονδήποτε τρόπο αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της εφημερίδας, χωρίς την γραπτή άδεια του εκδότη. Κάθε δημόσια αναφορά στο περιεχόμενο της συνεπάγεται και αναφορά του ονόματός της, όπως η δημοσιογραφική δεοντολογία επιτάσσει.

 

 

[Αρχική σελίδα]  [Αγορά Εργασίας]  [Επιχειρηματικότητα]  [Προσλήψεις στο Δημόσιο]  [Εκπαίδευση]  [Σεμινάρια]  [Νομοθεσία]  [Βιβλία]
Διεύθυνση: Λ. Ριανκούρ 73, 11524 Αθήνα, email: info@proslipsis.gr , Τηλ: 6949244434
©  2004-2021  proslipsis.gr, All rights reserved