Proslipsis.gr | Αθήνα 07.02.2026, 18:44
Του ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Οι έρευνες που αφορούν τη διαχείριση δημόσιων πόρων από κορυφαία στελέχη της ΓΣΕΕ επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα παλιό αλλά ανοιχτό ζήτημα: τη σχέση του ελληνικού συνδικαλισμού με τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ηθική νομιμοποίησή του.
Αν αποδειχθούν αληθή όσα καταλογίζονται στον επί δύο δεκαετίες πρόεδρο της ΓΣΕΕ κ. Παναγόπουλο, τότε η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη ηθική και πολιτική σημασία, όχι τόσο λόγω του προσώπου, όσο λόγω του θεσμικού ρόλου που αυτό εκπροσωπεί.
Η ΓΣΕΕ αποτελεί τον ανώτατο τριτοβάθμιο συνδικαλιστικό φορέα της χώρας και εκπροσωπεί θεσμικά τους εργαζομένους - ανθρώπους που πλήττονται άμεσα από κοινωνικές ανισότητες, εργασιακή ανασφάλεια και κακή χρήση δημόσιων πόρων. Ο συνδικαλισμός, άλλωστε, δεν αντλεί τη νομιμοποίησή του μόνο από τον νόμο, αλλά κυρίως από το ηθικό έρεισμά του. Μιλά στο όνομα των αδύναμων, διεκδικεί δικαιώματα, καλεί σε αγώνες, απεργίες και κοινωνική αλληλεγγύη. ΓιΆ αυτό και οφείλει να λειτουργεί με αυξημένο αίσθημα διαφάνειας και λογοδοσίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, τυχόν οικονομικές παρατυπίες δεν αποτελούν απλώς ποινικό ή διαχειριστικό ζήτημα. Υπονομεύουν την εμπιστοσύνη προς τον ίδιο τον θεσμό και, κατΆ επέκταση, προς το σύνολο του εργατικού κινήματος.
Ο κοινωνικός αντίκτυπος είναι βαθύτερος: γεννά την εύλογη αμφιβολία ότι ακόμη και οι φορείς που μιλούν για δικαιοσύνη μπορεί να έχουν απολέσει την ηθική τους πυξίδα.
Δεν πρόκειται, ωστόσο, για μεμονωμένο ή συγκυριακό φαινόμενο. Στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ -και ιδίως στους ίδιους τους συνδικαλιστές- είναι γνωστές οι διαχρονικές δομικές παθογένειες του ελληνικού συνδικαλισμού που ευνοούν τέτοιες εξελίξεις.
Η επαγγελματικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης, με πρόσωπα να παραμένουν επί δεκαετίες στις ίδιες θέσεις, απομακρύνει τον συνδικαλιστή από την ιδιότητα του εργαζομένου και τον μετατρέπει σταδιακά σε διαχειριστή καριέρας.
Παράλληλα, η θολή σχέση με το κράτος και τα πολιτικά κόμματα -μέσω επιχορηγήσεων, προγραμμάτων και άγονων «κοινωνικών διαλόγων»- καλλιεργεί την αίσθηση μιας προβληματικής εγγύτητας με την εξουσία.
Την ίδια στιγμή, η απόσταση από τη βάση διευρύνεται. Πολλοί εργαζόμενοι δηλώνουν ότι δεν εκπροσωπούνται ουσιαστικά και αντιμετωπίζουν τη ΓΣΕΕ περισσότερο ως έναν τυπικό μηχανισμό ανακοινώσεων, παρά ως ζωντανό φορέα διεκδίκησης. Το κενό αυτό συχνά καλύπτεται από κυνισμό και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς.
Σε όλα τα παραπάνω προστίθεται η αίσθηση ατιμωρησίας. Ακόμη και όταν υπάρχουν έλεγχοι ή έρευνες, σπάνια παρατηρείται σαφής και οριστική θεσμική κατάληξη. Το αποτέλεσμα είναι η κόπωση της κοινωνίας και η ενίσχυση της αντίληψης ότι «τίποτα δεν αλλάζει».
Το πολιτικό κόστος αυτής της κατάστασης είναι βαρύ. Το εργατικό κίνημα αποδυναμώνεται, η συλλογική δράση υποχωρεί και οι πιο ευάλωτοι εργαζόμενοι μένουν χωρίς αποτελεσματική φωνή εκπροσώπησης.
Τελικά, ευνοούνται μόνο όσοι επιθυμούν αδύναμους και αναξιόπιστους θεσμούς.
Και το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: Πώς μπορεί ένας θεσμός που διεκδικεί τον έλεγχο της εξουσίας να διατηρήσει την αξιοπιστία του, αν δεν διαθέτει αποτελεσματικούς μηχανισμούς αυτοελέγχου, διαφάνειας και λογοδοσίας; Χωρίς αυτά, καμία συνδικαλιστική εκπροσώπηση δεν μπορεί να σταθεί πειστικά απέναντι στους εργαζόμενους.
|