Του ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
«Συνέβαινεν ὅμως, κατὰ σελήνην, νὰ στολίζεται, νὰ φορῇ καλὰ ροῦχα, καὶ νὰ λείπῃ ἐπὶ ὥρας ἀπὸ τὴν γειτονιάν. Ἴσως ὑπάγει πρὸς ἐπίσκεψιν εἰς ἑνὸς πολιτευομένου, ἴσως ὑπουργοῦ διατελοῦντος ―εἰς τοῦ Ζ. ἢ τοῦ Κ. ἢ τοῦ Λ., ἀδιάφορον― βεβαίως διὰ νὰ ζητήσῃ ρουσφέτια. Εἶχε ψήφους, ὁ ἀρχιμόρταρος».
(Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Κοινωνική αρμονία», 1906)
Η πελατειακή πανούκλα, αρρώστια συνυφασμένη με τη σύσταση του ελληνικού κράτους, είναι πάντα εδώ, ταυτόχρονα κατακριτέα και ανθούσα. Και πάντα συνοδεύεται από κάτι εξίσου διαχρονικό: την υποκρισία.
Η λειτουργία του πελατειασμού στην Ελλάδα είναι σχεδόν αυτονόητη. Κάτι σαν τα μπάνια του λαού το καλοκαίρι! Πρόκειται για ένα σύστημα αμοιβαίων κινήτρων: οι πολιτικοί το χρησιμοποιούν για να εξασφαλίζουν στήριξη και οι πολίτες το αποδέχονται -ή και το επιδιώκουν- για να λύσουν άμεσα προβλήματα. Έτσι εξηγείται η ανθεκτικότητά του.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι βαθιά κοινωνικό. Αν περιμένουμε να αλλάξουν μόνο «οι από πάνω», ματαιοπονούμε. Να αλλάξουν μόνο «οι από κάτω», πάλι δύσκολα. Χρειάζεται πίεση και από τις δύο πλευρές.
Στο κέντρο αυτού του μηχανισμού βρίσκεται η υποκρισία. Λειτουργεί σαν κόλλα που συγκρατεί το σύστημα: όλοι καταγγέλλουν τον πελατειασμό, αλλά σχεδόν όλοι τον χρησιμοποιούν όταν χρειαστεί. Έτσι το σύστημα αναπαράγεται και η καταγγελία του συνεχίζεται. Ένας τέλειος φαύλος κύκλος.
Η υποκρισία, όμως, δεν είναι απλώς ηθική αδυναμία. Είναι μηχανισμός προσαρμογής σε ένα κράτος που δεν λειτουργεί πάντα αξιόπιστα. Όταν το «σωστό» δεν σε εξυπηρετεί και το «λάθος» σε διευκολύνει, η απόσταση ανάμεσα στην αρχή και την πράξη γίνεται καθημερινότητα.
Ο κύκλος μπορεί να σπάσει μόνο όταν μειωθεί η ανάγκη για υποκρισία. Δηλαδή όταν το «σωστό» αρχίσει να συμφέρει: όταν οι κανόνες εφαρμόζονται, οι διαδικασίες λειτουργούν και δεν χρειάζεται «μέσον» για να εξυπηρετηθείς. Τότε η υποκρισία καθίσταται περιττή.
Αυτό προϋποθέτει λειτουργικό και αξιόπιστο κράτος, κανόνες με πραγματική εφαρμογή, πολιτικό και νομικό κόστος για όσους αναπαράγουν τον πελατειασμό, σταδιακή αλλαγή κουλτούρας, και μικρές, καθημερινές ατομικές επιλογές που αποδυναμώνουν το σύστημα.
Ιδιαίτερο ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η δικαιοσύνη. Όταν λειτουργεί πραγματικά ανεξάρτητα, μπορεί να διαρρήξει εδραιωμένα δίκτυα. Η εμπειρία της Ιταλίας τη δεκαετία του ’90, με την επιχείρηση Mani Pulite (Καθαρά Χέρια), δείχνει ότι μαζικές έρευνες και καταδίκες μπορούν να αναδιατάξουν ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα και να φέρουν ως ένα βαθμό κάθαρση.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει επίκαιρο: όχι αν υπάρχουν νόμοι αλλά αν εφαρμόζονται. Γιατί η Ελλάδα δεν πάσχει μόνο από πελατειασμό. Πάσχει από κάτι βαθύτερο: ένα σύστημα στο οποίο η δημόσια ηθική και η καθημερινή πρακτική δεν συμπίπτουν. Και αυτό δεν διορθώνεται με διακηρύξεις. Διορθώνεται μόνο όταν πάψει να υπάρχει λόγος να ζούμε με δύο κανόνες ταυτόχρονα.
Υπάρχουν, όμως, δικασταί εις τας Αθήνας;