Του ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Αν συμφωνήσουμε ότι η ελληνική κοινωνία πάσχει δομικά -έχοντας αποδεχθεί, με μια ιδιότυπη αφέλεια, τη θεσμοποιημένη ασυδοσία και ατιμωρησία- τότε το κρίσιμο ερώτημα είναι ένα: υπάρχει ελπίδα να αποτινάξουμε αυτή την «ανωμαλία»;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλή, αφού η ασυδοσία και η ατιμωρησία δεν είναι απλώς θέμα «κακής νοοτροπίας». Εδράζονται σε θεσμικές αδυναμίες, στην επιλεκτική εφαρμογή των νόμων, στις καθυστερήσεις της δικαιοσύνης και, τελικά, στη διάβρωση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Επομένως, η υπέρβασή τους απαιτεί συνδυασμό παρεμβάσεων, όπως αυτές που ακολουθούν, και επιμονή στον χρόνο.
1. Διαφάνεια παντού - ουσιαστική, όχι προσχηματική. Δεν αρκεί η τυπική δημοσιοποίηση εγγράφων. Χρειάζονται δεδομένα κατανοητά, εύκολα προσβάσιμα και διαθέσιμα σε πραγματικό χρόνο. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος και σύγκριση: στις δημόσιες δαπάνες, στις αποφάσεις, στις προσλήψεις. Η διαφάνεια δεν είναι διακόσμηση· είναι εργαλείο περιορισμού της αυθαιρεσίας και πρόληψης της κατάχρησης εξουσίας. Γιατί η δημόσια διοίκηση να λειτουργεί με κρυψίνοια;
2. Θεσμική ενίσχυση και συνέπεια. Οι νόμοι αποκτούν αξία μόνο όταν εφαρμόζονται καθολικά και χωρίς εξαιρέσεις. Η σταθερότητα στην εφαρμογή τους διαμορφώνει συμπεριφορές και ενισχύει την αίσθηση δικαίου. Αυτό προϋποθέτει αποτελεσματική δικαιοσύνη, λιγότερα «παραθυράκια» και σαφείς κανόνες. Και φυσικά τολμηρούς νόμους, όπως -για παράδειγμα- ο νόμος 2190/94 για τις προσλήψεις και το ΑΣΕΠ, ένας από τους σημαντικότερους από συστάσεως του ελληνικού κράτους, τον οποίο η κοινωνία αποδέχθηκε με ανακούφιση.
3. Λογοδοσία με πραγματικές συνέπειες. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί έχουν νόημα μόνο όταν καταλήγουν σε απτά αποτελέσματα. Η ορατή λογοδοσία -εκείνη που δεν εξαντλείται σε διαπιστώσεις αλλά οδηγεί σε ευθύνες- είναι βασική προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
4. Κοινωνική πίεση και συμμετοχή. Καμία μεταρρύθμιση δεν ευδοκιμεί χωρίς ενεργούς πολίτες. Όταν η ανοχή στη μικροπαρανομία και την ευνοιοκρατία παύει να θεωρείται «φυσιολογική», τότε αρχίζει η πραγματική αλλαγή. Οι συλλογικές αντιδράσεις και η διεκδίκηση διαφάνειας δείχνουν ότι τα όρια της ανοχής μετακινούνται.
5. Παιδεία και κουλτούρα ευθύνης. Η σχέση μας με τους κανόνες δεν αλλάζει με διατάγματα. Καλλιεργείται μέσα από την παιδεία, όχι μόνο ως γνώση, αλλά ως στάση ζωής. Όταν η παραβίαση των κανόνων δεν επιβραβεύεται κοινωνικά, σταδιακά υποχωρεί.
6. Οι μικρές καθημερινές επιλογές. Η αλλαγή δεν είναι μόνο υπόθεση «των άλλων». Από την άρνηση συμμετοχής σε πρακτικές ευνοιοκρατίας μέχρι την απαίτηση για διαφάνεια στις συναλλαγές, οι μικρές πράξεις αποκτούν συλλογικό βάρος όταν επαναλαμβάνονται.
Η μετάβαση από μια κοινωνία της «εξαίρεσης» σε μια κοινωνία κανόνων δεν είναι άσκηση επί χάρτου. Είναι καθημερινή σύγκρουση με παγιωμένες παθογένειες δεκαετιών. Αν όμως συνεχίσουμε να εθελοτυφλούμε, η «κοινωνική ανωμαλία» θα παγιωθεί ως κανονικότητα.
Η διέξοδος ξεκινά από την εγκατάλειψη της παθητικότητας. Από τη στιγμή που ο πολίτης παύει να ανέχεται, να δικαιολογεί ή να συμμετέχει.
Το κίνημα των Τεμπών έδειξε ότι η κοινωνία μπορεί ακόμη να αντιδράσει. Το ζητούμενο είναι αν αυτή η αντίδραση θα αποκτήσει διάρκεια, συνέπεια και στόχο.
Γιατί τελικά, η «ελληνική ανωμαλία» δεν θα τελειώσει από μόνη της. Θα τελειώσει μόνο όταν πάψει να γίνεται ανεκτή.