Proslipsis.gr | Αθήνα 26.04.2026, 14:43
Του ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ Πώς γίνεται σε μια χώρα που υπερηφανεύεται για το φιλότιμο να επιβιώνει το ρουσφέτι ακόμη και σε οργανισμούς όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ*; Ή μήπως, τελικά, βαφτίζουμε το ρουσφέτι "φιλότιμο" για να μπορούμε να ζούμε με αυτό;
Ανάμεσα στο ρουσφέτι και το φιλότιμο υπάρχει μια γκρίζα ζώνη. Εκεί όπου η "εξυπηρέτηση" παρουσιάζεται ως καλοσύνη, η υποχρέωση ως ανθρώπινη ευαισθησία και η παράκαμψη κανόνων ως αναγκαία λύση. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πού σταματά το ένα και πού αρχίζει το άλλο, αλλά και πόσο εύκολα αυτή η ζώνη μετατρέπεται σε κάτι που αγγίζει -ή ξεπερνά- τα όρια της παρανομίας. Και εκεί, τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα απΆ όσο θα θέλαμε να παραδεχτούμε.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι ένας περιφερειακός μηχανισμός χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Είναι ο βασικός κρίκος μέσω του οποίου διοχετεύονται οι ευρωπαϊκές αγροτικές ενισχύσεις στην ελληνική οικονομία, πόροι που συχνά καθορίζουν την επιβίωση ολόκληρων τοπικών κοινωνιών. Η λειτουργία του, επομένως, δεν αφορά μόνο τη διοικητική επάρκεια, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της εμπιστοσύνης προς το κράτος και τους θεσμούς.
Ακριβώς γιΆ αυτό, η παραμικρή σκιά αδιαφάνειας ή άνισης μεταχείρισης αποκτά μεγαλύτερο βάρος. Όταν η πρόσβαση σε επιδοτήσεις -ή η ταχύτητα με την οποία αυτές εγκρίνονται- φαίνεται να εξαρτάται όχι μόνο από αντικειμενικά κριτήρια αλλά και από γνωριμίες, παρεμβάσεις ή "διευκολύνσεις", τότε το ζήτημα παύει να είναι τεχνικό. Μετατρέπεται σε βαθιά πολιτικό και, τελικά, ηθικό.
Το ρουσφέτι δεν είναι μια σύγχρονη παρέκκλιση, ούτε μια εξαίρεση που εμφανίστηκε σε περιόδους κρίσης. Αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό του ελληνικού πελατειακού συστήματος, με ρίζες ήδη από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους. Για δεκαετίες, η πρόσβαση σε πόρους, θέσεις ή διευκολύνσεις δεν καθοριζόταν αποκλειστικά από κανόνες, αλλά από σχέσεις: προσωπικές, πολιτικές, τοπικές.
Αυτό που έχει αλλάξει δεν είναι η ουσία, αλλά η μορφή. Το παλιό, απροκάλυπτο ρουσφέτι έχει σε μεγάλο βαθμό δώσει τη θέση του σε πιο διακριτικές πρακτικές - λιγότερο ορατές, πιο εύκολα δικαιολογήσιμες. Δεν πρόκειται απαραίτητα για ευθείες παραβιάσεις του νόμου, αλλά για μικρές μετατοπίσεις: προτεραιότητες που αλλάζουν, διαδικασίες που "επισπεύδονται", ερμηνείες που γίνονται πιο ευέλικτες για κάποιους και πιο αυστηρές για άλλους.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ρουσφέτι δεν επιβιώνει μόνο επειδή το επιδιώκουν οι "ισχυροί", αλλά και επειδή το αποδέχονται -ή το ζητούν- οι ίδιοι οι πολίτες. Όταν το σύστημα θεωρείται δυσλειτουργικό ή άδικο, η παράκαμψή του παύει να φαίνεται ως πρόβλημα και αρχίζει να εκλαμβάνεται ως αναγκαία λύση. Έτσι, η εξαίρεση γίνεται κανόνας και η ατομική διευκόλυνση υπονομεύει σιωπηρά τη συλλογική ισονομία.
Κάπου εδώ, όμως, το ρουσφέτι παύει να παρουσιάζεται ως απλή συναλλαγή και αρχίζει να ντύνεται με ηθικό περιεχόμενο. Και εκεί κάνει την εμφάνισή του το φιλότιμο.
Το φιλότιμο, ως νεοελληνική έννοια, που δεν έχει καμιά σχέση με την αρχαία, κουβαλά ένα ισχυρό θετικό φορτίο: ευθύνη, αξιοπρέπεια, προθυμία να βοηθήσεις τον άλλον χωρίς ιδιοτέλεια. Είναι ένας από τους όρους με τους οποίους η ελληνική κοινωνία περιγράφει την ηθική της ταυτότητα. Ωστόσο, ακριβώς επειδή είναι τόσο ευρύ και συναισθηματικά φορτισμένο, μπορεί να λειτουργήσει και ως εύχρηστο φίλτρο ερμηνείας της πραγματικότητας.
Όταν μια παρέμβαση γίνεται "για να βοηθηθεί ένας άνθρωπος", όταν μια εξαίρεση δικαιολογείται ως "ανθρώπινη", όταν η παραβίαση ενός κανόνα παρουσιάζεται ως πράξη κατανόησης και όχι ευνοιοκρατίας, τότε το όριο ανάμεσα στο φιλότιμο και το ρουσφέτι αρχίζει να διαβρώνεται. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι άνθρωποι θέλουν να βοηθήσουν· είναι ότι, μέσα σε ένα αδύναμο θεσμικό πλαίσιο, αυτή η διάθεση μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μηχανισμό άνισης μεταχείρισης.
Αν το ρουσφέτι και το φιλότιμο συναντιούνται σε μια γκρίζα ζώνη, το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο απέχει αυτή η ζώνη από την παραβίαση του νόμου. Η απάντηση δεν είναι καθησυχαστική. Γιατί η μετάβαση δεν γίνεται απότομα, αλλά σταδιακά, μέσα από μικρές, επαναλαμβανόμενες αποκλίσεις που κανονικοποιούνται.
Όταν η "εξυπηρέτηση" σημαίνει ότι κάποιος προηγείται άδικα, όταν η “ανθρώπινη παρέμβαση” αλλοιώνει μια διαδικασία, όταν η "κατανόηση" οδηγεί σε επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων, τότε δεν μιλάμε απλώς για ηθικά διλήμματα. Μιλάμε για πρακτικές που, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να αποκτήσουν τα χαρακτηριστικά της παράνομης -ακόμη και της εγκληματικής- συμπεριφοράς.
Η έννοια του εγκλήματος δεν αφορά μόνο τις ακραίες περιπτώσεις διαφθοράς ή κατάχρησης εξουσίας. Αφορά και τη συστηματική υπονόμευση της ισονομίας: εκεί όπου ο κανόνας παύει να ισχύει για όλους και μετατρέπεται σε εργαλείο που εφαρμόζεται κατά περίπτωση. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η γραμμή που χωρίζει την "καλοπροαίρετη διευκόλυνση" από την παράνομη πράξη γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτη.
Και ίσως αυτή είναι η πιο άβολη διαπίστωση: ότι η ανοχή -ή και η συμμετοχή- σε μικρές παραβιάσεις, όταν επαναλαμβάνεται και γενικεύεται, δεν είναι ουδέτερη. Δημιουργεί το έδαφος πάνω στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν πιο σοβαρές μορφές παραβατικότητας. Όχι ως εξαίρεση, αλλά ως φυσική συνέχεια.
Αν υπάρχει μια πραγματική δοκιμασία για το φιλότιμο, δεν βρίσκεται στις εύκολες χειρονομίες, αλλά στις δύσκολες αρνήσεις. Στη στιγμή που επιλέγεις να μην «εξυπηρετήσεις», να μην παρακάμψεις, να μην κλείσεις τα μάτια. Εκεί όπου η ατομική καλοσύνη συναντά τη συλλογική ευθύνη και καλείται να διαλέξει πλευρά.
Δυστυχώς, 60 χρόνια μετά την ταινία «Υπάρχει και φιλότιμο», ακόμα στην ίδια γκρίζα ζώνη βολοδέρνουμε. Η σύνδεση με το παρελθόν παραμένει σοκαριστικά επίκαιρη, καθώς οι παθογένειες του χθες απλώς μεταμφιέζονται με σύγχρονους όρους. Τελικά, ο Μαυρογιαλούρος είναι μια φιγούρα που δεν έφυγε ποτέ από την ελληνική διοίκηση· μάλιστα τελευταία έμαθε να χειρίζεται το πληροφοριακό σύστημα του ΟΠΕΚΕΠΕ! Μόνο που αυτή η εξειδίκευση τον κατέστησε έναν πολύ πιο αποτελεσματικό και επικίνδυνο ρουσφετολόγο.
Το ρουσφέτι δεν χρειάζεται πια χειρόγραφα σημειώματα και προσωπικές δεσμεύσεις σε καφενεία· τώρα κρύβεται πίσω από αλγόριθμους, ιεραρχήσεις αρχείων και «ψηφιακές προτεραιότητες». Η τεχνολογία, αντί να γίνει το φως που θα διέλυε τη γκρίζα ζώνη, έγινε το εργαλείο που την έκανε πιο απροσπέλαστη. Σήμερα, ο Μαυρογιαλούρος δεν τάζει απλώς - ξέρει ποιο κουμπί να πατήσει ώστε η «εξυπηρέτηση» να φαίνεται ως συστημική κανονικότητα.
Υ.Γ.: Το ακρωνύμιο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι ένα γλωσσικό «δώρο» για όποιον έχει χιούμορ ή διάθεση για σάτιρα. Έχει μια επαναλαμβανόμενη, ρυθμική δομή που θυμίζει περισσότερο παιδικό τραγουδάκι, γλωσσοδέτη ή επιφώνημα, παρά σοβαρό δημόσιο οργανισμό. Ίσως αυτός ο «αστείος» ήχος να βοηθάει στο να χωνεύεται πιο εύκολα η πικρή αλήθεια της γκρίζας ζώνης που περιγράψαμε. Είναι δύσκολο να εξοργιστείς με κάτι που ακούγεται σαν σύνθημα σε κρυφτό. Μήπως τελικά το όνομα επιλέχθηκε επίτηδες για να μην μπορούμε να το πάρουμε ποτέ εντελώς στα σοβαρά;
|