Proslipsis.gr | Αθήνα 28.04.2026, 18:10
Του ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ Το πρώτο είναι το τραγικό συμβάν στον χώρο εργασίας. Το δεύτερο, και ίσως ειδεχθέστερο, είναι η συστηματική ατιμωρησία. Αν το πρώτο είναι ατύχημα ή δυστύχημα, το δεύτερο είναι μια συνειδητή θεσμική αποτυχία που αγγίζει τα όρια της ύβρεως.
Στο ελληνικό ποινικό σύστημα, η «αμέλεια» έχει γίνει το άλλοθι της ασυδοσίας. Όταν οι καταδίκες είναι μετατρέψιμες σε χρήμα, η δικαιοσύνη παύει να είναι τυφλή και αποκτά... τιμοκατάλογο. Ένας εργοδότης που θυσίασε τα μέτρα ασφαλείας στον βωμό του κέρδους, μπορεί απλώς να εξαγοράσει την ποινή του, μετατρέποντας μια εγκληματική παράλειψη σε ένα απλό «κόστος επιχειρηματικής δραστηριότητας» (business cost).
Η καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης -που πολλές φορές ξεπερνά τη δεκαετία- δεν είναι απλώς δυσλειτουργία· είναι εργαλείο πίεσης. Οι οικογένειες των θυμάτων, εξουθενωμένες οικονομικά και ψυχικά, οδηγούνται σε ταπεινωτικούς εξωδικαστικούς συμβιβασμούς. Δεν πρόκειται για συμφιλίωση, αλλά για έναν έμμεσο εκβιασμό: «Πάρε αυτά τώρα για να επιβιώσεις, ή περίμενε δέκα χρόνια για μια δικαίωση που ίσως δεν έρθει ποτέ».
Με μια υποστελεχωμένη Επιθεώρηση Εργασίας (ΣΕΠΕ), ο έλεγχος καταντά προβληματικός. Όταν τα αποδεικτικά στοιχεία «θολώνουν» λόγω καθυστέρησης, η αλήθεια θάβεται κάτω από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις.
Κάπως έτσι, όσο η ασφάλεια του εργαζόμενου λογίζεται ως «περιττό έξοδο» και η ατιμωρησία ως «κανονικότητα», το αίμα στους χώρους εργασίας θα συνεχίσει να ρέει. Δικαιοσύνη που αργεί ή που εξαγοράζεται, δεν είναι απλώς ελλιπής· είναι ανύπαρκτη.
* Μικρή συμβολή στη μνήμη των θυμάτων και στον αγώνα για τη δικαίωσή τους. Σήμερα, Παγκόσμια Ημέρα για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία, δεν πενθούμε απλώς· ζητάμε δικαιοσύνη.
|