nmathioud for ProslipsisGR - Widget





ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER ΤΗΣ PROSLIPSIS.GR
Μάθετε πρώτοι τα νέα ...

  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
 

 
Βάλτε Αγγελία      Δείτε Αγγελίες      Newsletters       
  Επικοινωνία     
 
 
 
 
 
 
 
 



 
  Επικαιρότητα Επιστροφή    
Τι προβλέπει το νομοσχέδιο για την Κοινωνική Επιχειρηματικότητα

 

Αθήνα 6.7.2011, 17:04

Εγκρίθηκε σήμερα από το Υπουργικό Συμβούλιο το νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας για την Κοινωνική Οικονομία και Κοινωνική Επιχειρηματικότητα. Τις αμέσως επόμενες ημέρες το νομοσχέδιο θα κατατεθεί στη Βουλή για επεξεργασία και ψήφιση.

Με τη νομοθετική αυτή πρωτοβουλία δημιουργείται το πλαίσιο για τη λειτουργία των επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας και θεσπίζεται ένας νέος τύπος επιχείρησης, η Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (ΚΟΙΝΣΕΠ), ενώ αναγνωρίζονται και καταγράφονται οι φορείς που δραστηριοποιούνται ήδη στην Κοινωνική Οικονομία.

Πρόκειται για επιχειρήσεις ειδικής νέας μορφής που δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα, πέραν της αμοιβής για τα μελή που προσφέρουν εργασία. Βασικό χαρακτηριστικό αυτών των επιχειρήσεων είναι η παροχή υπηρεσιών που αφορούν στο κοινωνικό σύνολο (περιβάλλον, πολιτισμός, παραδοσιακά προϊόντα, τοπική ανάπτυξη, φροντίδα ηλικιωμένων ή ατόμων με αναπηρία κ.λπ.).

Με την αξιοποίηση της εμπειρίας των άλλων ευρωπαϊκών χωρών που έχουν θεσμοθετήσει αρκετά χρόνια πριν την κοινωνική επιχειρηματικότητα το υπουργείο Εργασίας στοχεύει στην αξιοποίηση του νέου θεσμού για ενίσχυση της απασχόλησης και την παροχή σύγχρονων υπηρεσιών προς τους πολίτες και το κοινωνικό σύνολο. Σύμφωνα με το σχεδιασμό, μπορούν την κρίσιμη τριετία 2012 - 2014 να δημιουργηθούν έως 60.000 βιώσιμες νέες θέσεις εργασίας στο χώρο της κοινωνικής οικονομίας. 

Επισημαίνεται ότι ως κίνητρα για τη σύσταση και τη λειτουργία αυτών των επιχειρήσεων παρέχονται η δυνατότητα αξιοποίησης Κοινοτικών Πόρων, μέσω του Ταμείου Κοινωνικής Οικονομίας, ύψους 60 εκ. ευρώ με δυνατότητα αύξησης του ποσού σε 100 εκ. ευρώ, η αξιοποίηση του ΕΤΕΑΝ, η πρόσβαση σε όλα τα επιδοτούμενα προγράμματα για την ενίσχυση της απασχόλησης, καθώς και φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις. 

* Ακολουθεί ενημερωτικό σημείωμα για το σχέδιο νόμου, το σχέδιο νόμου και η αιτιολογική έκθεση. 

 

Ενημερωτικό Σημείωμα
Ημερομηνία:  Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Θέμα: Ενημερωτικό Σημείωμα σχετικά με την παρουσίαση του σχεδίου νόμου για την Κοινωνική Οικονομία και την Κοινωνική Επιχειρηματικότητα στο Υπουργικό Συμβούλιο

1. Τι είναι Κοινωνική Οικονομία;
Ανάμεσα στο Κράτος και στην αγορά έχει αρχίσει να αναπτύσσεται σε πολλές προηγμένες αλλά και σε αναπτυσσόμενες οικονομίες ένας τρίτος τομέας, ο επονομαζόμενος τομέας της Κοινωνικής Οικονομίας. Το παρόν νομοσχέδιο έρχεται να εισαγάγει μια καινοτόμο παράμετρο στις σχέσεις Κράτους-κοινωνίας-ιδιωτικού τομέα και στην Ελλάδα: αυτόν της Κοινωνικής Οικονομίας και της Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας.

Η έννοια της Κοινωνικής Οικονομίας αναφέρεται στο σύνολο των οικονομικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, οι οποίες αναλαμβάνονται από νομικά πρόσωπα, όπως κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις, ΜΚΟ, ιδρύματα κ.ά., με στόχο το συλλογικό οικονομικό και κοινωνικό συμφέρον αλλά και τη διασφάλιση του συλλογικού συμφέροντος των ίδιων των μελών των κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων, ΜΚΟ κλπ.

Η εφαρμογή της Κοινωνικής Οικονομίας βασίζεται:
1. Στην απασχόληση ευπαθών και ευάλωτων κοινωνικά ομάδων
2. Στην επανεπένδυση των κερδών σε σκοπούς της επιχείρησης με έμφαση στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
3. Στον κοινωνικού χαρακτήρα καταστατικό σκοπό
4. Στην περιορισμένη διανομή κερδών βάσει της συμβολής των εργαζομένων στο έργο και τις υπηρεσίες της κοινωνικής επιχείρησης και όχι βάσει της συμβολής τους στο μετοχικό κεφάλαια.

2. Τι συμβαίνει ήδη στις  άλλες χώρες;
Η Κοινωνική Οικονομία έχει ήδη αναπτυχθεί ιδιαίτερα στην Ευρώπη, με εντυπωσιακά αποτελέσματα, τόσο στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας όσο και στην παροχή ποιοτικών κοινωνικών υπηρεσιών. Μάλιστα, σήμερα αντιπροσωπεύει περίπου το 10% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και απασχολεί περίπου 11 εκατ. εργαζομένους, ενώ αντιπροσωπεύει περίπου το 5,9% της συνολικής απασχόλησης και το 6,7% της μισθωτής απασχόλησης.

Συγκεκριμένα:
- Στην Ισπανία,  τη δεκαετία 1990-2000, η αύξηση της απασχόλησης στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας είναι της τάξης του 57,95% ( από 224.000 θέσεις εργασίας σε περίπου 354.000 το 2000). 
- Στην Ιταλία, μεταξύ 1991 και 2001 η αύξηση στην απασχόληση για τους κοινωνικούς συνεταιρισμούς ανέρχεται στο 400% (από 27.000 θέσεις το 1991 σε 149.000 το 2001).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί σήμερα τον τομέα αυτό ως προνομιακό πεδίο εφαρμογής πολιτικών για την απασχόληση, την τοπική ανάπτυξη, την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού o οποίος ανοίγει νέες διεξόδους επιχειρηματικής δράσης ενώ δημιουργεί προϋποθέσεις επένδυσης στο λεγόμενο «κοινωνικό κεφάλαιο» και στην κοινωνική καινοτομία. Στο πλαίσιο της Στρατηγικής για την «Ευρώπη 2020», η κοινωνική καινοτομία αποτελεί ξεχωριστή πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με στόχο τη συγκέντρωση όλων των φορέων της κοινωνίας των πολιτών και την αξιοποίησή τους προς μια δυναμική, επιχειρηματική και καινοτόμο Ευρώπη. 

3. Τι συνέβαινε μέχρι σήμερα στην Ελλάδα;
Μέχρι πρότινος, στο ελληνικό θεσμικό πλαίσιο δεν υπήρχε καμία αναγνώριση του τομέα της κοινωνικής οικονομίας και επιχειρηματικότητας. Η έλλειψη θεσμικού πλαισίου δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στην ανάπτυξη του τομέα. Πέρα από τη γραφειοκρατία και την έλλειψη ενός βιώσιμου μοντέλου λειτουργίας τους, την έλλειψη επιχειρηματικής τεχνογνωσίας και ανάλογης εκπαίδευσης των στελεχών τους, και τη δυσκολία δικτύωσης και προώθησης των προϊόντων και υπηρεσιών τους, η βιωσιμότητα, πόσω μάλλον η ανάπτυξη τέτοιου είδους δράσεων στη χώρα μας δεν καθίσταται δυνατή. Επιπλέον, οι θεσμοί της ανταγωνιστικής οικονομίας – όπως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα – δεν αναγνωρίζουν τις ιδιαίτερες συνθήκες που διέπουν την κοινωνική επιχειρηματικότητα με αποτέλεσμα τη δυσχερή πρόσβαση των φορέων σε αυτές τις πηγές χρηματοδότησης. Συνεπώς, η επιβίωσή τους καθίσταται δέσμια της κρατικής χρηματοδότησης ενώ εξαρτάται και από την «ευαισθησία» ή την «καλή πίστη» του ιδιωτικού τομέα και των πολιτών.

Δεν αποτελεί συνεπώς έκπληξη ότι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η συνεισφορά του τομέα στην απασχόληση στην Ελλάδα – συγκριτικά με ό, τι ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες-συνεχίζει να παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Συγκεκριμένα, η χώρα μας εμφανίζει τα μικρότερα ποσοστά μεταξύ των 15 κρατών μελών της Ε.Ε. που έχουν τη σχετική εμπειρία. Η απασχόληση στον τομέα της Κοινωνικής Οικονομίας αντιπροσωπεύει μόλις το 1,8% της συνολικής απασχόλησης και το 2,9% της μισθωτής εργασίας.

Στην Ελλάδα υπολογίζονται:
- 8.400 περίπου συνεταιρισμοί με 950.000 περίπου μέλη
- 1.500-2.000 οργανώσεις εθελοντισμού, από τις οποίες 200-300 έχουν ενεργό δράση, εκ των οποίων 115-200 δραστηριοποιούνται στο χώρο του περιβάλλοντος και της οικολογίας
- Μικτές οργανώσεις, εθελοντικές οργανώσεις με στοιχεία συνηγορίας με νομικές μορφές σωματείων, σωματείων ειδικώς αναγνωρισμένων ως φιλανθρωπικών, αστικών μη κερδοσκοπικών εταιρειών, ιδρυμάτων, και ενώσεων προσώπων, οργανώσεις ή και εταιρικά σχήματα που αναπτύσσουν δραστηριότητες ένταξης αποκλεισμένων ομάδων του πληθυσμού στην αγορά εργασίας και έχουν οικονομικό αντικείμενο. 
- 71 γυναικείοι συνεταιρισμοί με 1.903 μέλη
- 68 συνεταιριστικές θεραπευτικές μονάδες στα ψυχιατρικά νοσοκομεία
- 15 ΚΟΙΝΣΕΠ με αντικείμενο την ένταξη των ψυχικά ασθενών στην αγορά εργασίας, αλλά και την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών.

Παρόλα αυτά, οι αναπτυξιακές προοπτικές του τομέα στην Ελλάδα διαφαίνονται σημαντικές. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ «Η Επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα 2009-2010: Αναζητώντας διέξοδο από την κρίση» όπου για πρώτη φορά εξετάζεται η δυναμική της κοινωνικής επιχειρηματικότητας, τα συμπεράσματα είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά, τόσο όσον αφορά στη συμβολή τους στην απασχόληση, όσο και στην καινοτομία.

4. Ποιο είναι το νέο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των Κοινωνικών Επιχειρήσεων;
Α) Θεσμοθέτηση του χώρου της Κοινωνικής Οικονομίας και της Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας και καταγραφή των φορέων της.
Β) Θεσμοθέτηση μιας νέας μορφής κοινωνικής επιχείρησης που βασίζεται στον αστικό συνεταιρισμό, της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης, η οποία μπορεί να ενισχύεται από πόρους που προέρχονται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) και λειτουργεί με τις εξής βασικές αρχές:
- Την ελεύθερη συμμετοχή 
- Την δημοκρατική διοίκηση: «ένα πρόσωπο, μια ψήφος»
- Την δίκαιη (περιορισμένη) διανομή των κερδών και την έμφαση στην επανεπένδυσή τους
- Το αδιαίρετο, ολικώς ή μερικώς, του ιδίου κεφαλαίου 
- Την αλληλεγγύη 
- Την ανεξαρτησία από τις κρατικές δομές
Γ) Αναγνώριση των υφιστάμενων φορέων κοινωνικής οικονομίας υπό το βασικό περιορισμό ότι είναι πάροχοι υπηρεσιών ή αγαθών προς το κοινωνικό σύνολο χωρίς να επιδιώκουν πρωτίστως το κέρδος (π.χ. συνεταιρισμοί, ΜΚΟ, σωματεία, Ιδρύματα, εθελοντικές οργανώσεις, προστατευμένα παραγωγικά εργαστήρια, κ.α.)

5. Κοινωνικά Οφέλη από την  Κοινωνική Επιχειρηματικότητα
Με το σχέδιο νόμου θεμελιώνεται η έννοια της Κοινωνικής Οικονομίας και εισάγεται μια νέα νομική μορφή κοινωνικής επιχείρησης. Επίσης, τίθενται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση υφιστάμενων νομικών μορφών, φορέων κοινωνικής οικονομίας και επιχειρηματικότητας. Με το νέο θεσμικό πλαίσιο δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την:
1. Συμβολή της κοινωνικής οικονομίας στο πεδίο της απασχόλησης ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού (διευκόλυνση πρόσβασης, ευκαιρίες απασχόλησης).
2. Κοινωνικο-οικονομική επανένταξη αποκλεισμένων κοινωνικά ομάδων και καταπολέμηση των διακρίσεων.
3. Ανάσχεση της ανεργίας σε περιοχές έντονης οικονομικής κρίσης και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
4. Παροχή σύγχρονων, ποιοτικών κοινωνικών υπηρεσιών.
5. Προώθηση και ενδυνάμωση των εναλλακτικών μορφών επιχειρηματικότητας και τοπικής ανάπτυξης.

6. Τι είναι οι Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις;
Μορφή, σύσταση και διοίκηση Κοινωνικών Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων:
• Κατηγοριοποίηση των ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. σύμφωνα με τον ειδικότερο σκοπό τους:
- ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. Ένταξης 
- ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. Κοινωνικής Φροντίδας
- ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. Συλλογικού Σκοπού 
• Σύσταση της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης με τη συμμετοχή τουλάχιστον επτά (7) μελών για την ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. Ένταξης  και 5 μελών για την ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. Φροντίδας και Συλλογικού Σκοπού.
• Η συμμετοχή των νομικών προσώπων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/3 των μελών της
• Η ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. διοικείται από Διοικούσα Επιτροπή, η οποία εκλέγεται από τη Γενική Συνέλευση όπου εφαρμόζεται η αρχή «ένας εταίρος μια ψήφος», ανεξάρτητα από το ποσό της συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο.
• Εξάλλου, οι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (Κοι.Σ.Π.Ε.), που έχουν θεσμοθετηθεί με το νόμο 2716/1999, θεωρούνται αυτοδικαίως Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις Ένταξης.

Διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού, χρησιμοποίηση πλεονάσματος και διανομή κερδών:
• Τα μέλη της ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. μπορεί να είναι και εργαζόμενοί της και απολαμβάνουν των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από την εργατική νομοθεσία. Στις ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. Ένταξης πρέπει οι εργαζόμενοι να προέρχονται από ευάλωτες ομάδες σε ποσοστό τουλάχιστον 40%.
• Τα κέρδη της ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ.  δεν διανέμονται στα μέλη της παρά μόνο στους εργαζομένους σε αυτήν. Τα κέρδη διατίθενται ετησίως  
- Κατά ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) για το σχηματισμό αποθεματικού. 
- Κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) για τις δραστηριότητες της επιχείρησης και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας . 
- Ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) διανέμεται στους εργαζομένους της επιχείρησης ως κίνητρο παραγωγικότητας.

7. Πιστοποίηση, Αξιολόγηση και Έλεγχος
• Θέσπιση  Γενικού Μητρώου Κοινωνικής Οικονομίας, το οποίο τηρείται στη Γενική Διεύθυνση Εργασίας της Γενικής Γραμματείας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
• Το Μητρώο αποτελείται από δύο υποκατηγορίες, α) το Μητρώο Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας στο οποίο εγγράφονται υποχρεωτικά οι θεσμοθετημένες νομικές μορφές ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. και οι Κοι.Σ.Π.Ε. και β) Ειδικό Μητρώο άλλων φορέων Κοινωνικής Οικονομίας, όπου εγγράφονται προαιρετικά οι υφιστάμενες νομικές μορφές κοινωνικής επιχειρηματικότητας κατόπιν τήρησης συγκεκριμένων κριτηρίων.
• Με τις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου, η διαδικασία ίδρυσης-αδειοδότησης των ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. είναι απλή και γρήγορη ενώ τηρούνται διαδικασίες διαφάνειας και δημοσιότητας αναφορικά με τις δραστηριότητές της μέσω υποχρεωτικής ανάρτησης στο διαδίκτυο του προγράμματος δράσης και των απολογισμών τους.
• Έλεγχος σε συνεργασία με αρμόδιες υπηρεσίες περιφερειών  

8. Κίνητρα για την Δραστηριοποίηση στην Κοινωνική Οικονομία
1. Ασφαλιστικά-Φορολογικά
• Περιλαμβάνονται διατάξεις που προβλέπουν μέτρα στήριξης των ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ. μέσω της διατήρησης των επιδομάτων  και των συντάξεων για τα μέλη ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού που θα απασχολούνται σε αυτές
• Επίσης, προβλέπονται φορολογικές ελαφρύνσεις κατά την αναδιανομή των κερδών των Κοιν.Σ.Ε.Π. 
2. Χρηματοδοτικά Εργαλεία
• Προβλέπεται πρόσβαση των ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ.  και των Κοι.Σ.Π.Ε. στη χρηματοδότηση από το Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας
• Οι άλλοι φορείς Κοινωνικής Οικονομίας και ειδικότερα οι υφιστάμενες νομικές μορφές κοινωνικών επιχειρήσεων έχουν πρόσβαση στο ΕΤΕΑΝ και στον Αναπτυξιακό Νόμο, τις ισχύει για τις επιχειρήσεις.

9. Μέτρα Στήριξης
Δημιουργία Δομής υπεύθυνης για τη δημιουργία δικτύου συμβουλευτικών υπηρεσιών από το Υπουργείο Εργασίας, χρηματοδοτούμενου από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού»  (Ε.Π.ΑΝ.Α.Δ.)

 

*  *  *

 

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
 «Κοινωνική Οικονομία και Κοινωνική Επιχειρηματικότητα»

ΜΕΡΟΣ Α’
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Ορισμοί
ΆΡΘΡΟ 1
Ορισμοί
Για την εφαρμογή του νόμου αυτού ισχύουν τα εξής:
1.  «Κοινωνική Οικονομία» είναι  το σύνολο των οικονομικών, επιχειρηματικών, παραγωγικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, οι οποίες αναλαμβάνονται από νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, των οποίων ο καταστατικός σκοπός είναι η επιδίωξη του συλλογικού οφέλους και η εξυπηρέτηση γενικότερων κοινωνικών συμφερόντων.
2. «Συλλογικός Σκοπός» νοείται η προώθηση των δράσεων συλλογικότητας και η προστασία των συλλογικών αγαθών μέσω αναπτυξιακών, οικονομικών και κοινωνικών  πρωτοβουλιών τοπικού, περιφερειακού ή ευρύτερου χαρακτήρα. Ως τέτοιες δράσεις νοούνται ιδίως οι πολιτιστικές, οι περιβαλλοντικές, οι οικολογικές δραστηριότητες, η αξιοποίηση και ανάδειξη τοπικών προϊόντων, η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών. 
3. «Ένταξη» νοείται η διαδικασία κοινωνικής ενσωμάτωσης ατόμων που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, κυρίως μέσω της προώθησής τους στην απασχόληση.
α) «Ευπαθείς Ομάδες Πληθυσμού», γενικά, νοούνται οι κοινωνικές ομάδες πληθυσμού, των οποίων η συμμετοχή στην κοινωνική και οικονομική ζωή δυσχεραίνεται, είτε εξαιτίας κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων, είτε εξαιτίας σωματικής ή ψυχικής ή νοητικής ή αισθητηριακής αναπηρίας, είτε εξαιτίας απρόβλεπτων γεγονότων, τα οποία επηρεάζουν την εύρυθμη λειτουργία της τοπικής ή ευρύτερα περιφερειακής οικονομίας.
β) Για τις ανάγκες του παρόντος νόμου, οι Ευπαθείς Ομάδες Πληθυσμού διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:
αα) Στις «Ευάλωτες Ομάδες Πληθυσμού», ανήκουν οι ομάδες εκείνες του πληθυσμού που η ένταξή τους στην κοινωνική και οικονομική ζωή εμποδίζεται από σωματικά και ψυχικά αίτια ή λόγω παραβατικής συμπεριφοράς. Σε αυτές ανήκουν άτομα με αναπηρίες (σωματικές ή ψυχικές ή νοητικές ή αισθητηριακές), εξαρτημένα ή απεξαρτημένα από ουσίες άτομα, οροθετικοί, φυλακισμένοι/αποφυλακισμένοι, ανήλικοι παραβάτες. 
ββ) Στις «Ειδικές Ομάδες Πληθυσμού» ανήκουν οι ομάδες εκείνες του πληθυσμού οι οποίες βρίσκονται σε μειονεκτική θέση ως προς την ομαλή ένταξή τους στην αγορά εργασίας, από οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά αίτια. Σε αυτές ανήκουν ενδεικτικά οι άνεργοι νέοι, οι άνεργες γυναίκες, οι άνεργοι άνω των 50 ετών, οι μακροχρόνια άνεργοι, οι αρχηγοί μονογονεϊκών οικογενειών και οι αρχηγοί πολύτεκνων οικογενειών, γυναίκες θύματα κακοποίησης, οι αναλφάβητοι, οι κάτοικοι απομακρυσμένων ορεινών και νησιωτικών περιοχών, τα άτομα με θρησκευτικές ή πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, οι μετανάστες και οι πρόσφυγες.
4. «Κοινωνική Φροντίδα» νοείται η παραγωγή και παροχή αγαθών, και υπηρεσιών υγείας και κοινωνικής πρόνοιας για συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού, όπως οι ηλικιωμένοι, οι γυναίκες, τα βρέφη, τα παιδιά, τα άτομα με αναπηρία και τα άτομα με χρόνιες παθήσεις.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ (Κοιν.Σ.Επ.)
ΆΡΘΡΟ 2
Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (Κοιν.Σ.Επ.)
1.Θεσπίζεται η Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (Κοιν.Σ.Επ.), ως φορέας της Κοινωνικής Οικονομίας. Είναι αστικός συνεταιρισμός με κοινωνικό σκοπό και διαθέτει εκ του νόμου την εμπορική ιδιότητα. Τα μέλη της Κοιν.Σ.Επ. μπορούν να είναι είτε φυσικά πρόσωπα, είτε φυσικά πρόσωπα και νομικά πρόσωπα. Τα μέλη της συμμετέχουν σε αυτήν με μια ψήφο, ανεξάρτητα από τον αριθμό των συνεταιριστικών μερίδων που  κατέχουν.
2. Ανάλογα με τον ειδικότερο σκοπό τους, οι Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις  διακρίνονται στις εξής κατηγορίες:
α) Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις Ένταξης, που αφορούν στην ένταξη στην οικονομική και κοινωνική ζωή των ατόμων που ανήκουν στις Ευάλωτες Ομάδες Πληθυσμού, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παρ 3 εδ. β(αα) του παρόντος. Ποσοστό 40% κατ’ ελάχιστον των εργαζομένων στις Επιχειρήσεις αυτές ανήκουν υποχρεωτικά στις Ευάλωτες Ομάδες Πληθυσμού.
β) Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις Κοινωνικής Φροντίδας, που αφορούν στην παραγωγή και παροχή προϊόντων και υπηρεσιών κοινωνικού - προνοιακού χαρακτήρα σε συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού, όπως οι ηλικιωμένοι, οι γυναίκες, τα βρέφη, τα παιδιά, τα άτομα με αναπηρία και τα άτομα με χρόνιες παθήσεις.
γ) Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις Συλλογικού Σκοπού, που αφορούν σε δράσεις που προάγουν το τοπικό και συλλογικό συμφέρον, την προώθηση της απασχόλησης, την ενδυνάμωση της τοπικής ή περιφερειακής ανάπτυξης, Proslipsis.gr την παραγωγή και παροχή προϊόντων και υπηρεσιών (πολιτισμός, περιβάλλον, οικολογία, εκπαίδευση, παροχές κοινής ωφέλειας, αξιοποίηση τοπικών προϊόντων, διατήρηση παραδοσιακών δραστηριοτήτων και επαγγελμάτων κ.α.) και την ενδυνάμωση και ανάπτυξη της κοινωνικής συνοχής.
Οι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (ΚΟΙΣΠΕ) θεωρούνται αυτοδικαίως Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις Ένταξης και υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπό την επιφύλαξη όσων ορίζει το άρθρο 12 του ν. 2716/1999 (Α΄96).
3. Οι Κοιν.Σ.Επ. εγγράφονται στο Μητρώο Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας του εδαφίου (α) παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου. Οι Κοιν.Σ.Επ. υποχρεούνται πριν από την έναρξη της δραστηριότητας τους να υποβάλουν, για την καταχώρηση τους στο παραπάνω Μητρώο, αίτηση καθώς και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την εγγραφή. Η υποβολή της αίτησης και των δικαιολογητικών μπορεί να γίνεται και ηλεκτρονικά. Η βεβαίωση εγγραφής στο Μητρώο,  χορηγείται και ηλεκτρονικά, αφού προηγουμένως οι αρμόδιες προς καταχώρηση υπηρεσίες προβούν σε έλεγχο της αίτησης καταχώρισης, των δικαιολογητικών και του συμφωνητικού σύστασης, ως προς τη νομιμοποίηση του αιτούντος και την πληρότητα των στοιχείων και εγγράφων, που αυτός υποβάλλει.
Η υποβολή  της δήλωσης έναρξης εργασιών της Κοιν.Σ.Επ. στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία γίνεται μετά τη βεβαίωση εγγραφής στο Μητρώο Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας.
4. Εάν από τον έλεγχο που προβλέπεται στο ανωτέρω εδάφιο, προκύψει ότι η αίτηση, τα προσκομιζόμενα δικαιολογητικά ή το συμφωνητικό σύστασης - καταστατικό δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και του παρόντος νόμου, οι ενδιαφερόμενοι καλούνται από την αρμόδια Υπηρεσία, μέσω τηλεομοιοτυπίας ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, να προβούν εγγράφως στις αναγκαίες διευκρινίσεις, διορθώσεις ή συμπληρώσεις μέσα σε εύλογο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες από τη λήψη της σχετικής πρόσκλησης. Αν η ταχθείσα προθεσμία παρέλθει άπρακτη ή τα στοιχεία, παρά την υποβολή τους, εξακολουθούν να μην πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, η Κοιν.Σ.Επ. δεν καταχωρείται. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης άρνησης εγγραφής στο Μητρώο, εφαρμόζεται το άρθρο 791 ΚΠολΔ.
Η διαδικασία των ανωτέρω παραγράφων 3 και 4 του παρόντος ακολουθείται και σε κάθε περίπτωση τροποποιήσεως του καταστατικού των Κοιν.Σ.Επ.
5. Στη σφραγίδα, στα έντυπα, στα έγγραφα και στις συμβάσεις που συνάπτουν οι Κοιν.Σ.Επ. αναγράφεται υποχρεωτικά ο αριθμός εγγραφής τους στο Μητρώο.
6. Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων των Κοιν.Σ.Επ., η σύνταξη μακροπρόθεσμου και ετήσιου προγράμματος δράσης τους, καθώς και ο απολογισμός εκτέλεσης αυτού αναρτώνται υποχρεωτικώς στο διαδίκτυο, στην ηλεκτρονική σελίδα του Μητρώου.
7. Με την καταχώρηση στο Μητρώο οι Κοιν.Σ.Επ. θεωρούνται αυτοδικαίως πιστοποιημένες και υπάγονται στις κατά περίπτωση ευεργετικές διατάξεις του παρόντος νόμου.

ΆΡΘΡΟ 3
Σύσταση της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης
1. Η σύσταση της Κοιν.Σ.Επ.,  η σχέση των μελών της, η λειτουργία της, καθώς και η λύση της, διέπονται από το Ν. 1667/1986 (Α΄ 1986), όπως εκάστοτε ισχύει, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο.
2. α) Η σύσταση της Κοιν.Σ.Επ. Ένταξης προϋποθέτει υπογραφή καταστατικού τουλάχιστον από επτά (7) πρόσωπα και τήρηση της διαδικασίας ίδρυσης ενός αστικού συνεταιρισμού. Σε περίπτωση σύστασης Κοιν.Σ.Επ. Κοινωνικής Φροντίδας και Κοιν.Σ.Επ. Συλλογικού Σκοπού, αρκεί η υπογραφή καταστατικού από πέντε (5) τουλάχιστον πρόσωπα και τήρηση της διαδικασίας ίδρυσης ενός αστικού συνεταιρισμού.
β) Για τη σύσταση δύναται να γίνει χρήση προτυποποιημένου καταστατικού, το οποίο συμπληρώνεται από τους ιδρυτές της Κοιν.Σ.Επ.. Το προτυποποιημένο καταστατικό ως προς το περιεχόμενο ορίζεται με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του παρόντος.
γ) Το προτυποποιημένο καταστατικό της Κοιν.Σ.Επ περιέχει τις απολύτως αναγκαίες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο διατάξεις και κατά τα λοιπά παραπέμπει στις διατάξεις των οικείων νόμων. Είναι προσπελάσιμο από το διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Στο μέτρο που ακολουθείται το προτυποποιημένο καταστατικό, τεκμαίρεται νομιμότητα των διατάξεων που διατυπώνονται σε αυτό.
3. Η συμμετοχή των  νομικών προσώπων στην Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση δεν μπορεί να υπερβαίνει το  ποσοστό  του 1/3 των μελών της, ενώ δεν επιτρέπεται η συμμετοχή σε αυτήν των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που υπάγονται σε αυτούς. Με έγκριση του εποπτεύοντός τους φορέα μπορούν να συμμετέχουν σε Κοιν.Σ.Επ. Ένταξης τα ΝΠΔΔ.
4. Η συμμετοχή και μόνο, ενός φυσικού προσώπου με την ιδιότητα του μέλους – εταίρου μη εργαζόμενου σε Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση δεν του προσδίδει εμπορική ιδιότητα και δεν δημιουργεί ασφαλιστικές ή φορολογικές υποχρεώσεις.
5. Το κεφάλαιο της επιχείρησης διαιρείται σε συνεταιριστικές μερίδες. Ο αριθμός των μερίδων και η ονομαστική τους αξία, η οποία είναι ίδια για κάθε μερίδα,  καθορίζονται στο καταστατικό της επιχείρησης.
6. Τα μέλη της Κοιν.Σ.Επ. διαθέτουν τουλάχιστον από μια υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα, ως ελάχιστη χρηματική συμμετοχή στο κεφάλαιο της επιχείρησης, το ύψος της οποίας ορίζεται ελεύθερα από το καταστατικό και είναι ίσο για όλα τα μέλη. Δύναται να προβλέπεται στο καταστατικό η απόκτηση προαιρετικών μερίδων χωρίς δικαίωμα ψήφου. Οι προαιρετικές μερίδες είναι παρακολουθηματικές της υποχρεωτικής μερίδας.
7. Η απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων πραγματοποιείται με καταβολή μετρητών.
8. Η ευθύνη των μελών της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης για χρέη της απέναντι στους δανειστές της είναι περιορισμένη. Και εξαντλείται στο σύνολο της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων των μελών.
9. Διοικητικό όργανο της Κοιν.Σ.Επ. είναι η Διοικούσα Επιτροπή  που διέπεται από το ν. 1667/1986 υπό την επιφύλαξη του παρόντος νόμου.

ΆΡΘΡΟ 4
Σχέσεις μεταξύ των μελών και της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης

1. Η είσοδος νέων μελών επιτρέπεται μετά από σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών και σχετική τροποποίηση του καταστατικού. Τα νέα μέλη αναλαμβάνουν υποχρεωτικά τουλάχιστον μία συνεταιριστική μερίδα, το ύψος της οποίας ορίζεται είτε αντίστοιχο προς αυτό των παλαιών συνεταιριστικών μερίδων ή είτε ελεύθερα από την Γενική Συνέλευση, και το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να καθορισθεί μικρότερο του οριζομένου στο καταστατικό.
2. Η απώλεια της ιδιότητας του μέλους επέρχεται με την αποχώρηση, την αποβολή του μέλους ή τη μεταβίβαση της συνεταιριστικής του μερίδας και προκαλεί την τροποποίηση του καταστατικού. Τα μέλη έχουν δικαίωμα να αποχωρήσουν από την Κοιν.Σ.Επ. Η αποχώρηση γνωστοποιείται εγγράφως στην Κοιν.Σ.Επ. τρεις (3) τουλάχιστον μήνες πριν από τη λήξη του λογιστικού έτους και ισχύει για το τέλος του. Η αξία της συνεταιριστικής μερίδας του αποχωρούντος μέλους επιστρέφεται σε αυτόν κατά το άρθρο 2 παρ. 9 του ν.1667/1986, ενώ δια της επιστροφής εκκαθαρίζεται η σχέση της Κοιν.Σ.Επ. με το μέλος, χωρίς αυτό να έχει αξίωση επί της σχηματισθείσας περιουσίας. Η επιστροφή της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας δεν επηρεάζει την ολοκλήρωση της αποχώρησης και αυτή οδηγεί σε σχετική τροποποίηση του καταστατικού.
3. Η μεταβίβαση της συνεταιριστικής μερίδας μέλους γίνεται μόνο σε νέο μέλος. Είναι υποχρεωτική η έγκριση της μεταβίβασης από τη Διοικούσα Επιτροπή, ενώ η παράνομη ή καταχρηστική άρνηση της Διοικούσας Επιτροπής προσβάλλεται εντός προθεσμίας ενός (1) έτους ενώπιον του αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου που αποφασίζει με τη διαδικασία των άρθρων 682επ. ΚΠολΔ.
4. Η αποβολή μέλους επέρχεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Μελών, εφόσον το μέλος προέβη σε σοβαρή παράβαση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από το νόμο αυτό και το καταστατικό της Κοιν.Σ.Επ. και καθίσταται μη ανεκτή η παραμονή του στην Κοιν.Σ.Επ.. Το καταστατικό της Κοιν.Σ.Επ. μπορεί να εξειδικεύει τους λόγους αποβολής ενός μέλους. Η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης προσβάλλεται με τη διαδικασία των άρθρων 682επ. Κ.Πολ.Δ. ενώπιον του αρμόδιου κατά τόπον Μονομελούς Πρωτοδικείου, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους που αρχίζει από τη γνωστοποίηση στο μέλος της απόφασης αποβολής.
5. Σε περίπτωση που μέλος φυσικό πρόσωπο αποβιώσει, ή αν είναι νομικό πρόσωπο λυθεί και εκκαθαρισθεί, η εισφορά του μέλους αυτού αποκτάται από τον ειδικό ή καθολικό του διάδοχο.
6. Τα μέλη της Κοιν.Σ.Επ. μπορεί να είναι και εργαζόμενοί της, οι οποίοι αμείβονται για την παρεχόμενη από αυτά εργασία και απολαμβάνουν των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από την εργατική νομοθεσία. 
7. Η παροχή υπηρεσιών των μη εργαζομένων στην Κοιν.Σ.Επ. μελών προς εξυπηρέτηση του σκοπού της, γίνεται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 713 επ. Α.Κ. υπό την επιφύλαξη του άρθρου 12 του Ν. 2716/1999.

ΆΡΘΡΟ 5
Γενική Συνέλευση
1. Η Γενική Συνέλευση των μελών συνέρχεται με σχετική απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής της Κοιν.Σ.Επ. τακτικώς, μία τουλάχιστον φορά κάθε χρόνο, και μέσα σε διάστημα τριών (3) μηνών από τη λήξη της οικονομικής χρήσης. Η Γενική Συνέλευση των μελών συνέρχεται εκτάκτως εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα με συγκεκριμένο θέμα προς τη Διοικούσα Επιτροπή της Κοιν.Σ.Επ. από το 1/3 των μελών ή με απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής της Κοιν.Σ.Επ..
Αν η Διοικούσα Επιτροπή αρνείται τη σύγκληση παρά το αίτημα του 1/3 των μελών, τα μέλη αυτοδικαίως αποκτούν το δικαίωμα να προκαλέσουν τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης με βάση τις επόμενες διατάξεις.
2. Οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης προσβάλλονται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους ενώπιον του κατά τόπον αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου, που αποφασίζει με τη διαδικασία των άρθρων 682επ. ΚΠολΔ,. Οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης που αντίκειται στον παρόντα νόμο, στο ν. 1667/1986  και στο καταστατικό της Κοιν.Σ.Επ. είναι άκυρες και εξαρχής δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα.

ΆΡΘΡΟ 6
Διοικούσα Επιτροπή
1. Η Διοικούσα Επιτροπή εκλέγεται από τη Γενική Συνέλευση, αποτελείται τουλάχιστον από τρία μέλη και απαρτίζεται από τον Πρόεδρο και τα μέλη οι οποίοι αποφασίζουν κατά πλειοψηφία, μη εφαρμοζομένου του άρθρου 26 του ν. 3867/2010 (Α΄128). Η θητεία της, εάν δεν ορίζεται άλλως από το καταστατικό, είναι τουλάχιστον διετής και κατά το μέγιστο πενταετής, παρατείνεται δε μέχρι τη λήξη της προθεσμίας των τριών μηνών, εντός της οποίας πρέπει να συνέλθει η αμέσως επόμενη Γενική Συνέλευση των μελών.
2. Η Διοικούσα Επιτροπή συνεδριάζει τακτικά μία τουλάχιστον φορά τον μήνα, ή όποτε κριθεί αναγκαίο από το 1/3 των μελών της. Η σύγκληση της γίνεται από τον Πρόεδρό της κατά τα οριζόμενα στο καταστατικό της Κοιν.Σ.Επ. Αν ο Πρόεδρος αδρανεί παρά την αναγκαιότητα, η σύγκληση διενεργείται από οποιοδήποτε μέλος της Διοικούσας Επιτροπής.
3. Οι αποφάσεις της Διοικούσας Επιτροπής που αντίκεινται στον παρόντα νόμο, στο ν. 1667/1986, σε αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης και στο καταστατικό είναι ακυρώσιμες και παράγουν έννομα αποτελέσματα μέχρι τελεσιδικίας της δικαστικής απόφασης. Οι παράνομες αποφάσεις του προσβάλλονται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους ενώπιον του κατά τόπον αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου που αποφασίζει με τη διαδικασία των άρθρων 682επ. ΚΠολΔ.

ΆΡΘΡΟ 7
Διανομή Κερδών
Τα κέρδη της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης δεν διανέμονται στα μέλη της πλην των εργαζομένων σε αυτήν σύμφωνα με τα παρακάτω οριζόμενα.
Τα κέρδη διατίθενται ετησίως κατά ποσοστό 5% για το σχηματισμό αποθεματικού, κατά ποσοστό έως 35% διανέμεται στους εργαζομένους της επιχείρησης ως κίνητρο παραγωγικότητας σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό τους και το υπόλοιπο για τις δραστηριότητες της επιχείρησης και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

ΆΡΘΡΟ 8
Πόροι
Οι πόροι της Κοιν.Σ.Επ.. αποτελούνται από το κεφάλαιο της επιχείρησης, τις δωρεές τρίτων, έσοδα από την αξιοποίηση της περιουσίας της, έσοδα από την επιχειρηματική δραστηριότητά της, επιχορηγήσεις από τον Τακτικό Κρατικό Προϋπολογισμό ή το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από Διεθνείς ή Εθνικούς Οργανισμούς, άλλα προγράμματα, κεφάλαια από κληροδοτήματα, δωρεές και παραχωρήσεις της χρήσης περιουσιακών στοιχείων, καθώς και κάθε άλλο έσοδο από την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της Κοιν.Σ.Επ. σύμφωνα με το καταστατικό της.

ΆΡΘΡΟ 9
Χρηματοδοτικά Εργαλεία
Οι Κοιν.Σ.Επ. και οι Κοι.Σ.Π.Ε. του ν. 2716/1999 έχουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση από το Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας, το οποίο συστήνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με εδ.  γ΄ της παρ.1 και την παρ. 2, του άρθρου 4 του ν. 3912/2011 (Α 17), καθώς επίσης και από το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης. Δύνανται δε να εντάσσονται στον ν. 3908/2011 (Α 8).

ΆΡΘΡΟ 10
Οικονομικά κίνητρα και μέτρα στήριξης των Κοινωνικών Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων 
1. Οι εργαζόμενοι στις Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις που  ανήκουν στις Ευάλωτες Ομάδες Πληθυσμού σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και που λαμβάνουν σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας ή επίδομα πρόνοιας ή επιδόματα επανένταξης ή οποιασδήποτε μορφής νοσήλιο ή παροχή, δεν χάνουν αυτές τις παροχές, αλλά συνεχίζουν να τις εισπράττουν ταυτόχρονα με την αμοιβή τους από την Κοιν.Σ.Επ. Ένταξης.
2. Οι διατάξεις του αρθρου 71 και των παραγράφων 1,2,3,4 και 6, του αρθρου 73 του ν.3842/10 (Α 58), ισχύουν κατ΄ αναλογία και για τις Κοιν.Σ.Επ.
3. Η Κοιν.Σ.Επ. δεν υπόκειται σε φορολογία εισοδήματος για το ποσοστό των κερδών της το οποίο διατίθεται για το σχηματισμό αποθεματικού και τις δραστηριότητες της σύμφωνα με οριζόμενα στο άρθρο 7. Το ποσοστό των κερδών της Κοιν.Σ.Επ. που διανέμεται στους εργαζόμενους υπόκειται σε παρακράτηση φόρου εισοδήματος σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα φορολογικό συντελεστή του πρώτου, μετά από το αφορολόγητο ποσό, κλιμακίου εισοδήματος της κλίμακας της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν. 2238/1994 (Α΄151). Με την παρακράτηση του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση, όσον αφορά στα κέρδη, τόσο της Κοιν.Σ.Επ. όσο και των εργαζομένων της Κοιν.Σ.Επ., που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες πληθυσμού, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο1 παρ. 3 εδ. β του παρόντος.
4. Οι Κοιν.Σ.Επ. δύνανται να επωφελούνται από προγράμματα στήριξης της επιχειρηματικότητας, από προγράμματα του ΟΑΕΔ για τη στήριξη της εργασίας και από τις κάθε είδους ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης.
5. Με Κοινές Αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών μπορούν να θεσπίζονται περαιτέρω οικονομικά και φορολογικά κίνητρα για τις Κοιν.Σ.Επ. 

ΆΡΘΡΟ 11
Έλεγχος και κυρώσεις επί των Κοινωνικών Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων
1. Οι υπάλληλοι της αρμόδιας υπηρεσίας για την τήρηση του Μητρώου του άρθρου 14 καθώς και οι υπάλληλοι των Διευθύνσεων Ανωνύμων Εταιριών των Περιφερειών, έχουν την αρμοδιότητα α) να καλούν τους εκπροσώπους των Κοιν.Σ.Επ.  να παράσχουν έγγραφα και πληροφορίες, β) να έχουν πρόσβαση κατά τους ελέγχους σε έγγραφα και άλλα στοιχεία που τηρούνται σε οποιαδήποτε μορφή (έγγραφη, ηλεκτρονική, μαγνητική ή άλλη), στην εγκατάστασή της Κοιν.Σ.Επ., εφόσον αυτά δεν εμπίπτουν κατά προφανή τρόπο σε επαγγελματικό ή άλλο απόρρητο και δεν συνιστούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, γ) να ενεργούν έρευνες στους χώρους των Κοιν.Σ.Επ. και να προβαίνουν σε κατασχέσεις εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων και των ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης, εφόσον τούτο επιβάλλεται για τον έλεγχο των παραβιάσεων, δ) να ζητούν πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο.
2. Η Διεύθυνση Προστασίας Καταναλωτή της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή, αποστέλλει στην αρμόδια Υπηρεσία τήρησης του Μητρώου, καθώς και στις κατά τόπο και κατά περίπτωση αρμόδιες υπηρεσίες των Περιφερειών, αναλυτικό δελτίο καταγεγραμμένων καταγγελιών με τυχόν παραβάσεις των διατάξεων του ν.2251/1994 (Α 191) από Κοιν.Σ.Επ. Οι κατά τα ανωτέρω αρμόδιες υπηρεσίες, υποχρεούνται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος να εφαρμόσουν τις διαδικασίες ελέγχου και κυρώσεων του παρόντος άρθρου, ενημερώνοντας μετά την επέλευση του αποτελέσματος την αρμόδια Υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή.
3. Με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων, με απόφαση του κατά τόπο αρμόδιου Περιφερειάρχη, μετά από εισήγηση της αρμόδιας Υπηρεσίας, επιβάλλεται σε βάρος των Κοιν.Σ.Επ. που παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος, πρόστιμο από πεντακόσια ευρώ (500) έως δύο χιλιάδες ευρώ (2.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής το ανώτατο όριο προστίμου διπλασιάζεται και ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης  μπορεί να διατάξει και την προσωρινή διαγραφή της Κοιν.Σ.Επ. από το Μητρώο για χρονικό διάστημα από ένα (1) έως έξι (6) μήνες και σε περίπτωση περαιτέρω υποτροπής, μπορεί να διατάξει την οριστική διαγραφή της. Με αποφάσεις των Υπουργών Εργασίας και Εσωτερικών, δύνανται να κατηγοριοποιούνται οι ανωτέρω παραβάσεις.
4. Σε περίπτωση κατά την οποία οι αρμόδιες Υπηρεσίες τήρησης του Μητρώου του άρθρου 14 του παρόντος διαπιστώσουν ότι νομικά ή φυσικά πρόσωπα χρησιμοποιούν τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του παρόντος με σκοπό να αποκομίσουν για λογαριασμό των ιδίων ή για λογαριασμό άλλων παράνομο περιουσιακό όφελος, διατάσσεται, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης η οριστική διαγραφή της Κοιν.Σ.Επ. στην οποία αυτά μετέχουν από το Μητρώο, ενώ παράλληλα επιβάλλεται με απόφαση του κατά τόπο αρμόδιου Περιφερειάρχη πρόστιμο έως είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ. 
5. Τα ποσά των προστίμων που επιβάλλονται αποτελούν δημόσιο έσοδο και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. ν.δ. 356/1974 (90 Α`) και μπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Τα ποσά που εισπράττονται θα αποδίδονται στο Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας της παρ. 1 του άρθρου 9 του παρόντος.
6. Η επιβολή των ως άνω διοικητικών κυρώσεων είναι ανεξάρτητη από κάθε άλλη αστική, ποινική ή πειθαρχική κύρωση που τυχόν προβλέπεται σε βάρος των διοικούντων μελών της Κοιν.Σ.Επ.. από την κείμενη νομοθεσία.
7. Στην περίπτωση κατά την οποία εγγεγραμμένη Κοιν.Σ.Επ. στο Μητρώο παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ο αρμόδιος κατά τόπον Περιφερειάρχης μπορεί, με αιτιολογημένη απόφαση του, να προβεί στις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 12 του παρόντος ή να εισηγηθεί τη διαγραφή της ΚοινΣΕπ από το οικείο Μητρώο στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Η απόφαση περί διαγραφής της Κοιν.Σ.Επ.. από το Μητρώο κοινοποιείται στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία και στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία.

ΆΡΘΡΟ 12
Δίκτυα Συνεργασίας, Δυνατότητα Συμπράξεων και  Προγραμματικές Συμφωνίες
1. Οι Κοιν.Σ.Επ. δύνανται να συνεργάζονται μεταξύ τους με αντικείμενο, ενδεικτικά, την ανταλλαγή υπηρεσιών ή την υλοποίηση προγραμμάτων, χρηματοδοτούμενων από εθνικούς, ευρωπαϊκούς  ή διεθνείς οργανισμούς, σύμφωνα με τους καταστατικούς τους σκοπούς.
2. Για τη συνεργασία απαιτείται απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής της Κοιν.Σ.Επ.. και καταρτίζεται σύμβαση συνεργασίας με ιδιωτικό συμφωνητικό.
3. Σε περίπτωση δημιουργίας δικτύου οικονομικής συνεργασίας, αυτό δεν έχει διακριτή νομική προσωπικότητα.
4. Οι Κοιν.Σ.Επ.. μπορούν να συμπράττουν δημιουργώντας κοινοπραξίες και συνεταιρισμούς, ενώσεις και κεντρικές ενώσεις, καθώς και ευρωπαϊκούς συνεταιρισμούς ή ευρωπαϊκούς ομίλους.
5. Οι Κοιν.Σ.Επ.. ως συμβαλλόμενοι, δύνανται να συνάπτουν προγραμματικές συμφωνίες με αντισυμβαλλόμενους το δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, για την υλοποίηση δράσεων που αναφέρονται στους καταστατικούς τους σκοπούς των αντισυμβαλλόμενων, τηρουμένων, κατά τα λοιπά των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 100 του ν.3852/10 (Α 87).

ΑΡΘΡΟ 13
Λύση και εκκαθάριση
1. Η Κοιν.Σ.Επ. λύεται σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 του ν. 1667/1986. Επίσης η Κοιν.Σ.Επ. λύεται λόγω τελεσίδικης απόφασης του κατά τόπον αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδίδεται κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον και διαπιστώνει την παράβαση όσων διατάξεων του παρόντος αφορούν τη σύσταση και εγγραφή της Κοιν.Σ.Επ. στο οικείο Μητρώο. Η αίτηση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 682επ. ΚΠολΔ ενώ με την τελεσίδικη απόφαση διαγράφεται η Κοιν.Σ.Επ.. αυτοδικαίως από το Μητρώο Κοινωνικής Οικονομίας.
2. Οι εκκαθαριστές υποχρεούνται να προβούν στην εξόφληση των χρεών και υποχρεώσεων της Κοιν.Σ.Επ.. Αν απομένει παθητικό, αλλά όχι ενεργητικό, οι εκκαθαριστές προβαίνουν σε αποπεράτωση της εκκαθάρισης. Η διαπίστωση ενεργητικού οδηγεί σε αυτοδίκαιη αναβίωση και εγγραφή στα οικεία Μητρώα βάσει του άρθρου 791 ΚΠολΔ.  Με το πέρας της εκκαθάρισης τυχόν υπόλοιπο δε διανέμεται, αλλά διατίθεται ακέραιο στο Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας. Η διαδικασία απόδοσης ορίζεται με σχετική απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
3. Η Κοιν.Σ.Επ. διαγράφεται από το Μητρώο του άρθρου 14 του παρόντος με  απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, εάν η Κοιν.Σ.Επ.. παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Στην περίπτωση αυτή, η Κοιν.Σ.Επ. λύεται αυτοδίκαια και τίθεται σε εκκαθάριση.
4. Η ολοκλήρωση της εκκαθάρισης οδηγεί σε αυτοδίκαιη διαγραφή της Κοιν.Σ.Επ.. από τα οικεία Μητρώα. Σε περίπτωση άρνησης διενέργειας της διαγραφής εφαρμόζεται το άρθρο 791 ΚΠολΔ.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
Σύσταση Μητρώου Κοινωνικής Οικονομίας, Συντονιστικός Φορέας Κοινωνικής Οικονομίας, Δημόσιες Συμβάσεις Κοινωνικής Αναφοράς
ΑΡΘΡΟ 14
Μητρώο Κοινωνικής Οικονομίας
1. Θεσπίζεται Μητρώο Κοινωνικής Οικονομίας, στο εξής Μητρώο, το οποίο τηρείται σε τμήμα το οποίο συστήνεται στη Γενική Διεύθυνση Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Το Μητρώο αποτελείται από δύο υποκατηγορίες ως εξής:
α. Μητρώο Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας στο οποίο εγγράφονται υποχρεωτικά  οι Κοιν.Σ.Επ. που συστήνονται βάση του παρόντος νόμου και οι Κοι.Σ.Π.Ε. του Ν. 2716/1999, οι οποίες έχουν πρόσβαση στα χρηματοδοτικά εργαλεία του άρθρου 9 του παρόντος νόμου και απολαμβάνουν των οικονομικών κινήτρων του άρθρου 10 του νόμου αυτού.
β. Ειδικό Μητρώο άλλων Φορέων Κοινωνικής Οικονομίας, στο οποίο εγγράφονται προαιρετικά οι υφιστάμενες νομικές μορφές, οι οποίες τηρούν σωρευτικά κατ’ ελάχιστο τα ακόλουθα κριτήρια: ι) έχουν ως αποκλειστικό καταστατικό σκοπό την κοινωνική ωφέλεια μέσω της παραγωγής αγαθών ή της παροχής υπηρεσιών συλλογικού και κοινωνικού χαρακτήρα, ιι) αποδίδουν προτεραιότητα στα άτομα και την εργασία έναντι του κεφαλαίου, ιιι) εφαρμόζουν δημοκρατικό σύστημα λήψης αποφάσεων, iv) έχουν αυτονομία στη διοίκηση και διαχείριση των δραστηριοτήτων τους, v) προβλέπουν τη χρησιμοποίηση του πλεονάσματος για τους καταστατικούς σκοπούς τους και δευτερευόντως τη δυνατότητα περιορισμένης έκτασης διανομής κερδών, vi) επιδιώκουν τη διατηρησιμότητα της ανάπτυξης με σεβασμό στο περιβάλλον,vii) οι δραστηριότητές τους εντάσσονται αποκλειστικά σε μία από τις κατηγορίες στις οποίες διακρίνονται κατά το άρθρο 2 του παρόντος οι ΚοινΣΕΠ (Ενταξης, Κοινωνικής Φροντίδας, Συλλογικού Σκοπού) και viii) αναπτύσσουν τις δραστηριότητές τους τουλάχιστον επί μια τριετία πριν από την υποβολή της αίτησης εγγραφής στο Μητρώο.
Οι Φορείς Κοινωνικής Οικονομίας που εγγράφονται στο Ειδικό Μητρώο, δύνανται να έχουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση από το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης, και δύνανται να εντάσσονται στον Ν. 3908/2011 (Α 8).
2. Το Μητρώο είναι δημόσιο βιβλίο που τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή και η πρόσβαση σε αυτό γίνεται ατελώς από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο.
3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, κατόπιν εισήγησης της Υπηρεσίας του άρθρου 14 του παρόντος, ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα τήρησης και λειτουργίας του Μητρώου Κοινωνικής Οικονομίας, κάθε λεπτομέρεια σχετική με τη λειτουργία του, τεχνική ή μη, οι προδιαγραφές και τα κριτήρια πιστοποίησης των νομικών προσώπων που εγγράφονται στα επιμέρους Μητρώα, οι προϋποθέσεις και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την εγγραφή των ανωτέρω σε αυτά καθώς και οι προϋποθέσεις για τη διαγραφή τους. Τα κριτήρια εγγραφής και πιστοποίησης των Κοιν.Σ.Επ. προσδιορίζονται κατ’ ελάχιστο με βάση τον παρόντα νόμο και συγκεκριμένα το άρθρο 2 παράγραφος 1,2, άρθρο 3 παράγραφοι 1,2,3,5,6,7 και 9, άρθρο 4 παράγραφοι 1,2,3,6 και 7 άρθρο 5 παράγραφος 1, άρθρο 6 παράγραφος 1, και άρθρο 7.
Τα κριτήρια εγγραφής και πιστοποίησης των άλλων φορέων Κοινωνικής Οικονομίας προσδιορίζονται κατ’ ελάχιστο από το εδάφιο β της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, κατόπιν εισήγησης της Υπηρεσίας του άρθρου 14 του παρόντος, καθορίζονται τα κριτήρια, η διαδικασία αξιολόγησης και κατάταξης των Κοιν.Σ.Επ. καθώς και των άλλων φορέων Κοινωνικής Οικονομίας του Ειδικού Μητρώου, ανάλογα με την κοινωνική αποτελεσματικότητά τους.
5. Συστήνεται στη Γενική Διεύθυνση Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Τμήμα Μητρώου Κοινωνικής Οικονομίας, με αρμοδιότητα την τήρηση του Μητρώου Κοινωνικής Οικονομίας και τον έλεγχο  των φορέων Κοινωνικής Οικονομίας.
Του Τμήματος προΐσταται υπάλληλος Α βαθμού κλάδου Διοίκησης. Στο Τμήμα κατανέμονται έξι (6) οργανικές θέσεις από τις υφιστάμενες στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

ΆΡΘΡΟ 15
Συντονιστικός φορέας πολιτικών ανάπτυξης της Κοινωνικής Οικονομίας
Η Ειδική Υπηρεσία για την Ενσωμάτωση των Αρχών της EQUAL και για τη διαχείριση δράσεων του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού» που έχει συσταθεί με βάση το άρθρο 4 παρ. 1 και άρθρο 5 παρ. 2 εδ. ε του ν. 3614/2007 (Α 267) και λειτουργεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στην με αριθμ. πρωτ. ΚΥΑ 180691/7.2.2001 (Β 148), όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει, μετονομάζεται σε Ειδική Υπηρεσία για την Κοινωνική Ένταξη και την Κοινωνική Οικονομία. Υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Διαχείρισης Κοινοτικών και Άλλων Πόρων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και είναι αρμόδια για το σχεδιασμό, το συντονισμό, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση όλων των αναγκαίων πολιτικών και ενεργειών που αποσκοπούν στην ανάπτυξη και την ενίσχυση της Κοινωνικής Οικονομίας.

ΆΡΘΡΟ 16
Δημόσιες Συμβάσεις Κοινωνικής Αναφοράς
1. Δημόσιες Συμβάσεις Κοινωνικής Αναφοράς, είναι αυτές που για τη σύναψή τους οι αναθέτουσες αρχές προβλέπουν τη συμμετοχή φορέων της Κοινωνικής Οικονομίας στην εκτέλεσή τους.
2. Για την εκπόνηση και εφαρμογή Ολοκληρωμένου Σχεδίου Ενσωμάτωσης Πολιτικών Δημοσίων Συμβάσεων Κοινωνικής Αναφοράς, το οποίο είναι σύμφωνο με την κοινοτική και ελληνική νομοθεσία, ως αρμόδιο Υπουργείο ορίζεται το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
3. α) Συστήνεται εννεαμελής (9) Διυπουργική Επιτροπή, η οποία αποτελείται από:
αα) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με τον αναπληρωτή του.
ββ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας με τον αναπληρωτή του.
γγ) ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Εσωτερικών, με τον αναπληρωτή του.
δδ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομικών με τον αναπληρωτή του.
εε) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με τον αναπληρωτή του
στστ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων.
ζζ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων με τον αναπληρωτή του.
ηη) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Υγείας  και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με τον αναπληρωτή του.
θθ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τον αναπληρωτή του.
β) Ο Πρόεδρος της Επιτροπής, και ο αναπληρωτής του ορίζονται εκ των μελών της Διυπουργικής Επιτροπής, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Με την ίδια απόφαση ορίζονται επίσης τα υπόλοιπα μέλη της Διυπουργικής Επιτροπής, καθορίζονται θέματα λειτουργίας της Επιτροπής, ο τρόπος λήψης αποφάσεων, η γραμματειακή υποστήριξη της Επιτροπής, που αποτελείται από έναν υπάλληλο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με τον αναπληρωτή του, η νομική υποστήριξη της Επιτροπής, που αποτελείται από δύο μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που υπηρετούν  στο Υπουργείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και εναλλάσσονται αναλόγως του θέματος καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την πραγματοποίηση του έργου της.
4. Στη Διυπουργική Επιτροπή μπορεί να συμμετέχουν, αναλόγως του θέματος και εφόσον κρίνεται από την Επιτροπή αναγκαίο και εκπρόσωποι άλλων κατά περίπτωση Υπουργείων ή εκπρόσωποι άλλων φορέων του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα ή εκπρόσωποι πανεπιστημι¬ακών ιδρυμάτων ή επιστημονικών ιδρυμάτων και οργα¬νισμών, εκπρόσωποι φορέων ευπαθών ομάδων και ατόμων με αναπηρία, εκπρόσωποι συνδέσμων ή ενώσεων ή επιμελητη¬ρίων που ορίζονται με απόφαση του οικείου Συνδέσμου ή Επιμελητηρίου, καθώς και εκπρόσωποι οργανώσεων συλλόγων καταναλωτών.
5. Με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού που εκδίδε¬ται ύστερα από πρόταση της Διυπουργικής Επιτροπής συγκροτούνται σε κάθε αρμόδιο Υπουργείο, επί μέρους ομάδες εργασίας προκειμένου να συνδράμουν τη Διυ¬πουργική Επιτροπή στο έργο της και στα επί μέρους θέμα¬τα των κριτηρίων των Δημοσίων Συμβάσεων Κοινωνικής Αναφοράς.
6. Η Διυπουργική Επιτροπή έχει μεταξύ άλλων τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
α) Την εκπόνηση Ολοκληρωμένου Σχεδίου Ενσωμάτωσης Πολιτικών Δημοσίων Συμβάσεων Κοινωνικής Αναφοράς, το οποίο εγκρίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από την έναρξη της λειτουργίας της,
β) Την πρόταση προϊόντων, υπηρεσιών και έργων στα οποία θα εφαρμοστούν κριτήρια δημοσίων συμβάσεων Κοινωνικής Αναφοράς
γ) Την έγκαιρη ενημέρωση των προμηθευτών του δη¬μόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς και άλλων ενδιαφερομένων,
δ) Την εισήγηση προς τους αρμόδιους Υπουργούς κάθε αναγκαίας νομοθετικής ρύθμισης και τροποποίησης του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, όπου απαιτείται, καθώς και της λήψης των αναγκαίων μέτρων για την εφαρμογή Δημοσίων Συμβάσεων Κοινωνικής Αναφοράς,
ε) Την εισήγηση για την εφαρμογή του αρ.18 του ΠΔ 60/2007 (Α 64) και τους ειδικότερους όρους ανάθεσης συμβάσεων κοινωνικής αναφοράς ιδίως σε περιπτώσεις ύπαρξης περισσοτέρων προσφορών από φορείς της Κοινωνικής Οικονομίας.
στ) Την εισήγηση για την εφαρμογή της κοινωνικής ρήτρας εκτέλεσης στις δημόσιες συμβάσεις.
ζ) Την αξιολόγηση, παρακολούθηση της εφαρμογής και επικαιροποίηση της Εθνικής Πολιτικής Δημοσίων Συμβάσεων Κοινωνικής Αναφοράς,
η) Την εισήγηση προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και τους συναρμόδιους Υπουργούς, της ανάθεσης μελετών και προγραμμάτων, για την προώθηση της εφαρμογής των Δημοσίων Συμβάσεων Κοινωνικής Αναφοράς.
Οι συνεδριάσεις της Διυπουργικής Επιτροπής, καθώς και των επί μέρους Ομάδων Εργασίας που προ¬βλέπεται ότι μπορεί να συσταθούν, γίνονται εντός του κανονικού ωραρίου εργασίας χωρίς αμοιβή.

 

*  *  *

 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
του Σχεδίου Νόμου «Κοινωνική Οικονομία και Κοινωνική Επιχειρηματικότητα»

Γενικό μέρος
Ανάμεσα στο Κράτος και στην αγορά έχει αρχίσει να αναπτύσσεται σε πολλές προηγμένες αλλά και σε αναπτυσσόμενες οικονομίες ένας τρίτος τομέας, ο επονομαζόμενος τομέας της Κοινωνικής Οικονομίας. Το παρόν νομοσχέδιο έρχεται να εισαγάγει μια καινοτόμο παράμετρο στις σχέσεις Κράτους-κοινωνίας-ιδιωτικού τομέα και στην Ελλάδα: αυτόν της Κοινωνικής Οικονομίας και της Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας. Οι δύο βασικοί του στόχοι είναι: α) η δημιουργία θέσεων εργασίας και η κοινωνική ένταξη ευάλωτων ομάδων β) η κάλυψη κοινωνικών αναγκών, ειδικότερα μέσω της ενίσχυσης της κοινωνικής και αλληλέγγυας επιχειρηματικότητας και της κοινωνικής καινοτομίας και γ) η ενίσχυση της τοπικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής

Η ενίσχυση και ενδυνάμωση του τομέα της κοινωνικής οικονομίας, βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη διαπίστωση ότι σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ε.Ε. ο τομέας αυτός έχει λειτουργήσει αποτελεσματικά ως μέσο ένταξης στην αγορά εργασίας όχι μόνο των ευπαθών κοινωνικά ομάδων αλλά και ενός αυξανόμενου τμήματος του πληθυσμού που πλήττεται από την ανεργία μέσω καινοτόμων και κοινωνικά προσανατολισμένων δραστηριοτήτων αλλά και ως αποτελεσματικό μέσο κάλυψης των ολοένα αυξανόμενων αναγκών για κοινωνικές υπηρεσίες. Στατιστικά στοιχεία αναφορικά με την κοινωνική οικονομία στην Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνουν ότι:
- Περίπου 10% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων θεωρούνται κοινωνικές επιχειρήσεις και απασχολούν 11 εκατ. εργαζομένους  Το 10% των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια στην Ε.Ε. αφορούν σε δραστηριότητες του τομέα της Κοινωνικής Οικονομίας. Η Κοινωνική Οικονομία αντιπροσωπεύει το  5,9% της συνολικής απασχόλησης και το 6,7% της μισθωτής απασχόλησης με σημαντική τάση αύξησης στον τομέα αυτό. 
- Στην Ισπανία,  τη δεκαετία 1990-2000, η αύξηση της απασχόλησης στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας είναι της τάξης του 57,95% ( από 224.000 θέσεις εργασίας σε περίπου 354.000 το 2000). 
- Στην Ιταλία, μεταξύ 1991 και 2001 η αύξηση στην απασχόληση για τους κοινωνικούς συνεταιρισμούς ανέρχεται στο 400% (από 27.000 θέσεις το 1991 σε 149.000 το 2001).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί σήμερα τον τομέα αυτό ως προνομιακό πεδίο εφαρμογής πολιτικών για την απασχόληση, την τοπική ανάπτυξη, την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού o οποίος ανοίγει νέες διεξόδους επιχειρηματικής δράσης ενώ δημιουργεί προϋποθέσεις επένδυσης στο λεγόμενο «κοινωνικό κεφάλαιο» και στην κοινωνική καινοτομία. Στο πλαίσιο της Στρατηγικής για την «Ευρώπη 2020», η κοινωνική καινοτομία αποτελεί ξεχωριστή πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με στόχο τη συγκέντρωση όλων των φορέων της κοινωνίας των πολιτών και την αξιοποίησή τους προς μια δυναμική, επιχειρηματική και καινοτόμο Ευρώπη.

Ειδικότερα για τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού που παραμένουν αποκλεισμένοι από την αγορά εργασίας, η κοινωνική επιχειρηματικότητα μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για την ένταξή τους σε αυτήν. Η Ελλάδα δεν πρέπει να παραμένει θεατής των εξελίξεων και θα πρέπει να αξιοποιήσει αυτό το κεφάλαιο.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η συνεισφορά του τομέα στην απασχόληση στην Ελλάδα – συγκριτικά με ό, τι ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες-συνεχίζει να παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Συγκεκριμένα, η χώρα μας εμφανίζει τα μικρότερα ποσοστά μεταξύ των 15 κρατών μελών της Ε.Ε. που έχουν τη σχετική εμπειρία. Η απασχόληση στον τομέα της Κοινωνικής Οικονομίας αντιπροσωπεύει μόλις το 1,8% της συνολικής απασχόλησης και το 2,9% της μισθωτής εργασίας.

Στην Ελλάδα υπολογίζονται:
-
 8.400 περίπου συνεταιρισμοί με 950.000 περίπου μέλη
- 1.500-2.000 οργανώσεις εθελοντισμού, από τις οποίες 200-300 έχουν ενεργό δράση, εκ των οποίων 115-200 δραστηριοποιούνται στο χώρο του περιβάλλοντος και της οικολογίας
- Μικτές οργανώσεις, εθελοντικές οργανώσεις με στοιχεία συνηγορίας με νομικές μορφές σωματείων, σωματείων ειδικώς αναγνωρισμένων ως φιλανθρωπικών, αστικών μη κερδοσκοπικών εταιρειών, ιδρυμάτων, και ενώσεων προσώπων, οργανώσεις ή και εταιρικά σχήματα που αναπτύσσουν δραστηριότητες ένταξης αποκλεισμένων ομάδων του πληθυσμού στην αγορά εργασίας και έχουν οικονομικό αντικείμενο. 
- 71 γυναικείοι συνεταιρισμοί με 1.903 μέλη
- 68 συνεταιριστικές θεραπευτικές μονάδες στα ψυχιατρικά νοσοκομεία
- 15 ΚΟΙΣΠΕ με αντικείμενο την ένταξη των ψυχικά ασθενών στην αγορά εργασίας, αλλά και την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών.

Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία, οι φορείς που μπορούν να αναπτύξουν αυτή τη δυναμική είναι αυτοί που δεν αποσκοπούν στο κέρδος, αλλά στην επίλυση κοινωνικών προβλημάτων μέσω αρχών και μεθόδων της «κλασικής»/συνήθους επιχειρηματικότητας. Συνδυάζουν ένα κοινωνικό όραμα ή μια αποστολή – με στόχο την ανακούφιση ή την προαγωγή του συμφέροντος ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων – με την καινοτομία, στο πλαίσιο ενός επιχειρηματικού εγχειρήματος. Με βάση τα παραπάνω, στους φορείς κοινωνικής οικονομίας και κοινωνικής επιχειρηματικότητας συμπεριλαμβάνονται αυτοί που εμφανίζουν: α) κυριαρχία κοινωνικών ή περιβαλλοντικών σκοπών συγκριτικά με τους οικονομικούς στόχους, β) μεγαλύτερη εξάρτηση από το εισόδημα που προέρχεται από την εργασία συγκριτικά με τα συνολικά έσοδα του οργανισμού, και γ) την καινοτομία. Σε αυτό το πλαίσιο, συμπεριλαμβάνονται τόσο οι μη κερδοσκοπικές οργανώσεις που έχουν υψηλά επίπεδα κοινωνικών/ περιβαλλοντολογικών στόχων, αλλά και οι κερδοσκοπικοί οργανισμοί  οι οποίοι δεν στοχεύουν πρωτίστως στο κέρδος, διαθέτουν υψηλά επίπεδα κοινωνικών στόχων και επανεπενδύουν το εισόδημα που προέρχεται από την κύρια εργασία (στρατηγική δεδουλευμένου εισοδήματος).

Μέχρι πρότινος, στο ελληνικό θεσμικό πλαίσιο δεν υπήρχε καμία αναγνώριση του τομέα της κοινωνικής οικονομίας και επιχειρηματικότητας και συνεπώς των μορφών αυτών που συνδυάζουν το «επιχειρείν»  με την κοινή ωφέλεια και το κοινωνικό συμφέρον. Η δραστηριοποίηση στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας και κοινωνικής επιχειρηματικότητας μεταφραζόταν αναγκαστικά στη σύσταση ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού ή ενός σωματείου με αδυναμία συνδυασμού της κοινωνικής ωφέλειας με την υπό προϋποθέσεις επιδίωξη του κέρδους. Τη μόνη θεσμοθετημένη σύγχρονη μορφή Κοινωνικής Επιχείρησης στην Ελλάδα αποτελούσαν μέχρι πρότινος οι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (Κοι.ΣΠΕ) (νόμος 2716/1999, άρθρο 12) που έχουν ως στόχο την κοινωνική ενσωμάτωση των ατόμων με ψυχικά προβλήματα, με πολύ θετικά αποτελέσματα.

Παράλληλα, οι θεσμοί της ανταγωνιστικής οικονομίας – όπως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα – δεν αναγνωρίζουν τις ιδιαίτερες συνθήκες που διέπουν την «κοινωνική επιχειρηματικότητα» με αποτέλεσμα τη δυσχερή πρόσβαση των φορέων σε αυτές τις πηγές χρηματοδότησης. Συνεπώς, η επιβίωσή τους καθίσταται δέσμια της κρατικής χρηματοδότησης ενώ εξαρτάται και από την «ευαισθησία» ή την «καλή πίστη» του ιδιωτικού τομέα και των πολιτών. Σε συνδυασμό με την έλλειψη ενός βιώσιμου μοντέλου λειτουργίας αυτών των φορέων, την έλλειψη επιχειρηματικής τεχνογνωσίας και ανάλογης εκπαίδευσης των στελεχών τους, και τη δυσκολία δικτύωσης και προώθησης των προϊόντων και υπηρεσιών τους, η βιωσιμότητα, πόσο μάλλον η ανάπτυξη τέτοιου είδους δράσεων στη χώρα μας δεν καθίσταται δυνατή. 

Η έλλειψη συνολικής καταγραφής αυτών των φορέων υπό το πρίσμα της κοινωνικής τους επίδρασης με συγκεκριμένα κριτήρια - είτε μέσω της συμβολής τους στην αύξηση της απασχόλησης είτε μέσω των υπηρεσιών που παρέχουν και της συμβολής τους στην τοπική ανάπτυξη – και η έλλειψη αξιολόγησής τους, αποτελεί άλλο ένα ανάχωμα στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη του Τομέα.

Μία τελευταία παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν είναι ο ρόλος του Κράτους στην ανάπτυξη της κοινωνικής επιχειρηματικότητας. Καθώς πρόκειται για μια πρωτοβουλία της κοινωνίας των πολιτών, το Κράτος δίνει το έναυσμα, δηλαδή θέτει το θεσμικό υπόβαθρο και δίνει όποια κίνητρα μπορεί να διαθέσει στην παρούσα φάση προκειμένου να αναπτυχθεί ο εν λόγω τομέας στην Ελλάδα. Υπό αυτό το πρίσμα, ο ρόλος του δεν είναι να υποκαταστήσει αλλά να ενεργοποιήσει και να συνδράμει την κοινωνική πρωτοβουλία ενώ επιτυχία του όλου εγχειρήματος εναπόκειται στο κοινωνικό κεφάλαιο και στις τοπικές κοινωνίες.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, οι επιμέρους στόχοι της παρούσας ρύθμισης ορίζονται ως εξής:
- Δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης στον κοινωνικό τομέα της οικονομίας 
- Διευκόλυνση της επαγγελματικής δραστηριοποίησης και της πρόσβασης στην απασχόληση σημαντικών στρωμάτων του πληθυσμού και ειδικότερα των ευάλωτων ομάδων
- Καταπολέμηση της φτώχειας, των διακρίσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού και ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής μέσω της ένταξης των ευάλωτων ομάδων στο κοινωνικό σύνολο  
- Ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης και καινοτομίας 
- Ενδυνάμωση της τοπικής επιχειρηματικότητας και της αειφόρου και βιώσιμης ανάπτυξης. 
- Παροχή σύγχρονων, ποιοτικών και καινοτόμων κοινωνικών υπηρεσιών και αγαθών
- Υιοθέτηση θεσμικών περιορισμών – δικλείδων ασφαλείας, οι οποίες προστατεύουν τις δομές κοινωνικής και αλληλέγγυας επιχειρηματικότητας από πιθανές απόπειρες κερδοσκοπικής χειραγώγησης.

Συνοψίζοντας, οι βασικές ρυθμίσεις του παρόντος σχεδίου νόμου είναι οι εξής:
Α) Θεσμοθέτηση του χώρου της Κοινωνικής Οικονομίας και της Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας και καταγραφή των φορέων της σε ένα Μητρώο, κατόπιν αξιολόγησης με αυστηρά κριτήρια. Τα κριτήρια αξιολόγησης ορίζονται κατ’ ελάχιστο στον παρόντα νόμο και θα εξειδικευτούν, όπως αναφέρεται, σε Κοινή Υπουργική Απόφαση. 
Β) Θεσμοθέτηση μιας νέας μορφής κοινωνικής επιχείρησης που βασίζεται στον αστικό συνεταιρισμό, της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης, η οποία μπορεί να ενισχύεται από πόρους που προέρχονται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) και λειτουργεί με τις εξής βασικές αρχές: 
- Την ελεύθερη συμμετοχή 
- Την δημοκρατική διοίκηση: «ένας εταίρος, μια ψήφος»
- Την αλληλεγγύη 
- Την περιορισμένη και δίκαιη διανομή του πλεονάσματος
- Το προβάδισμα του ατόμου έναντι του κεφαλαίου
- Την ανεξαρτησία απέναντι στο κράτος.

Αυτή η μορφή επιχείρησης έχει αποδειχθεί πολύ αποτελεσματική για την ένταξη στην αγορά εργασίας ευπαθών ομάδων σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη αλλά και ως έκφραση συλλογικής επιχειρηματικότητας σε τοπικό επίπεδο με ισχυρό κοινωνικό κεφάλαιο.

Οι Κοιν.Σ.Επ. διακρίνονται, ανάλογα και με το σκοπό που επιτελούν σε τρεις κατηγορίες: α) Ένταξης, β) Κοινωνικής Φροντίδας και γ) Συλλογικού Σκοπού, ενώ αξιολογούνται και καταγράφονται σε Μητρώο.

Καθώς οι  υφιστάμενοι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (Κοι.Σ.Π.Ε.), αποβλέπουν στην κοινωνικό-οικονομική ενσωμάτωση και επαγγελματική ένταξη των ατόμων με σοβαρά ψυχοκοινωνικά προβλήματα, θεωρούνται αυτοδικαίως Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις Ένταξης.

Με τις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου, η διαδικασία ίδρυσης-αδειοδότησης των Κοιν.Σ.Επ. είναι απλή και γρήγορη ενώ τηρούνται διαδικασίες διαφάνειας και δημοσιότητας αναφορικά με τις δραστηριότητές της μέσω υποχρεωτικής ανάρτησης στο διαδίκτυο του προγράμματος δράσης και των απολογισμών τους.

Γ) Αναγνώριση των υφιστάμενων φορέων κοινωνικής οικονομίας υπό το βασικό περιορισμό ότι είναι πάροχοι υπηρεσιών ή αγαθών προς το κοινωνικό σύνολο χωρίς να επιδιώκουν πρωτίστως το κέρδος (π.χ. συνεταιρισμοί, ΜΚΟ, σωματεία, Ιδρύματα, εθελοντικές οργανώσεις, προστατευμένα παραγωγικά εργαστήρια, κ.α.)

Με τις άλλες διατάξεις του σχεδίου νόμου ρυθμίζοντα διάφορα ζητήματα που σχετίζονται με οργανωτικά και διοικητικά θέματα λειτουργίας υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

Ειδικό μέρος
ΜΕΡΟΣ Α’
Στο άρθρο 1 παρατίθενται οι ορισμοί του νομοθετήματος. Η παρ. 1 αναφέρεται στην Κοινωνική Οικονομία όπως παραπάνω αναπτύσσεται στο γενικό μέρος της αιτιολογικής έκθεσης. Η Κοινωνική Οικονομία αποτελεί το σύνολο εκείνων των δραστηριοτήτων από ενώσεις ή και νομικά πρόσωπα που έχουν ως κύριο στόχο και αποτέλεσμα το ευρύτερο κοινωνικό και συλλογικό συμφέρον και όχι την επιδίωξη του κέρδους.

Η παρ. 2 του άρθρου 1 προσδιορίζει το συλλογικό σκοπό, τον οποίο επιδιώκει μια ΚΟΙΝΣΕΠ. Ο ορισμός δρα ως κατευθυντήριος κανόνας χωρίς να περιορίζει το σκοπό αυτό. Αφορά αναπτυξιακές πρωτοβουλίες και δραστηριότητες  τοπικού, κοινωνικού ή ευρύτερου εθνικού ή/και διασυνοριακού χαρακτήρα. Οι δράσεις αυτές αποσκοπούν στην τοπική ανάπτυξη και στην προώθηση στην απασχόληση σε τοπικό επίπεδο και σε δραστηριότητες με αντικείμενο τις κοινωνικές υπηρεσίες τον πολιτισμό, το περιβάλλον την οικολογία ακόμα και την ανάδειξη τοπικών ή εθνικών προϊόντων, με απώτερο στόχο την ενδυνάμωση της τοπικής ανάπτυξης και την εξασφάλιση της κοινωνικής συνοχής.  Οι δράσεις αυτές όμως επιδιώκουν την προώθηση του συλλογικού και κοινωνικού οφέλους.

Η παρ. 3 προσδιορίζει εννοιολογικά την έννοια της «ένταξης» καθώς και τη διάκριση των ευπαθών ομάδων του πληθυσμού σε ευάλωτες και ειδικές. Η διάκριση αυτή κρίνεται αναγκαία προκειμένου να αποτυπωθεί ο σκληρός πυρήνας των ευπαθών ομάδων που αφορά τις ευάλωτες ομάδες, οι οποίες υφίστανται μεγαλύτερες δυσκολίες στην ένταξή τους τόσο στην κοινωνική ζωή της χώρας, όσο και στην είσοδό τους στην αγορά εργασίας, λόγω σωματικών ή ψυχικών αιτιών ή παραβατικής συμπεριφοράς.

Η παρ. 4 προσδιορίζει την έννοια της κοινωνικής φροντίδας ως παροχή κοινωνικών υπηρεσιών σε συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού.

Στο άρθρο 2 ορίζεται η Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση ως φορέας της Κοινωνικής Οικονομίας και διακρίνεται σε τρείς κατηγορίες ανάλογα με τον ειδικότερo σκοπό της. Η Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση αποτελεί νέα νομική μορφή, η οποία στηρίζεται στο υπάρχον νομικό μόρφωμα του αστικού συνεταιρισμού, χωρίς όμως να περιορίζεται από το σκοπό του αστικού συνεταιρισμού, όπως αυτός αποδίδεται στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1667/1986. Όπως αναφέρεται και στο άρθρο 4 του νομοσχεδίου, συμπληρωματικά εφαρμόζεται ο Ν. 1667/1986, όπως εκάστοτε ισχύει, καλύπτοντας ρυθμιστικώς τα θέματα από τα οποία δεν αποκλίνει το παρόν, πιο ειδικό για τις ΚοινΣΕπ., νομοσχέδιο. Δεν εφαρμόζονται τα άρθρα του Ν. 2810/2000, όμως αυτό δε σημαίνει ότι στα πλαίσια του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 1667/1986 (περί παραγωγικών συνεταιρισμών) δεν δύναται η ΚοινΣΕπ. να έχει και σκοπό την παραγωγή και διάθεση αγροτικών ή άλλων προϊόντων (π.χ. αλιευτικών, κτηνοτροφικών, πτηνοτροφικών, μελισσοκομικών, σηροτροφικών, δασικών, αγροτουριστικών, αγροβιοτεχνικών, οικοτεχνικών, βλ. άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2810/2000).

Οι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης εντάσσονται στο νομοθετικό πλαίσιο των ΚοινΣΕπ. Αυτό σημαίνει ότι οι υπάρχοντες ΚοιΣΠΕ αλλά και αυτοί που θα συσταθούν διέπονται άνευ ετέρου, και χωρίς λήψη σχετικής απόφασης από το ίδιο το νομικό πρόσωπο ή από άλλο φορέα, από τις διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου. Ωστόσο, σημειώνεται ότι για τις ΚοιΣΠΕ εφαρμόζονται πρωτίστως οι διατάξεις του άρθρου 12 Ν. 2716/1999 όπως εκάστοτε ισχύει, και επί των λοιπών θεμάτων το παρόν νομοσχέδιο. Συνεπώς, ρυθμιστική προτεραιότητα αποδίδεται στο άρθρο 12 Ν. 2716/1999, έπειτα στο παρόν νομοσχέδιο και τελικώς στο Ν. 1667/1986 εφόσον τα άλλα δύο νομοθετήματα δεν προβλέπουν κάτι διαφορετικό.

Στο άρθρο αυτό επίσης ρυθμίζονται και ζητήματα εγγραφής της ΚοινΣΕπ στο Μητρώο και της πιστοποίησής ως ΚοινΣΕπ ένταξης, κοινωνικής φροντίδας και συλλογικού σκοπού. Δεν διενεργείται έλεγχος σκοπιμότητας αλλά έλεγχος μόνο νομιμότητας. Αυτό γίνεται, προκειμένου να αποφευχθεί η εγγραφή ως ΚοινΣΕπ φορέα που δεν διακρίνεται από τα χαρακτηριστικά μιας ΚοινΣΕΠ, και επομένως δεν επιτελεί τη λειτουργία της ούτε δικαιούται τη χρηματοδότησή της ως ΚοινΣΕΠ ή την ωφέλεια από τις ευνοϊκές διατάξεις του παρόντος. Στο πλαίσιο του ελέγχου εξετάζεται αρχικώς αν ο συγκεκριμένος φορέας έχει υποβάλλει τα απαραίτητα δικαιολογητικά (έλεγχος τυπικής νομιμότητας). Στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας γίνεται εν μέρει ουσιαστικός έλεγχος νομιμότητας, δηλαδή εξετάζεται η συμφωνία των δικαιολογητικών και του καταστατικού του φορέα με τις διατάξεις του παρόντος. Η καταχώριση και πιστοποίηση στο Μητρώο γίνεται άμεσα εκτός αν υπάρχουν κενά ή ελλείψεις ή ακόμα και αντιθέσεις με το παρόν, παρέχεται προθεσμία διόρθωσης αυτών. Η αδικαιολόγητη άρνηση εγγραφής αποτρέπεται με βάση την εφαρμογή του άρθρου 791 ΚΠολΔ και της σχετικής εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι τρίτοι συναλλασσόμενοι με την ΚοινΣΕπ προστατεύονται όχι μόνο από τη δημοσιότητα εκ του Μητρώου αλλά και από τη σχετική αναγραφή επί των εγγράφων της ΚοινΣΕπ του αριθμού εγγραφής στο Μητρώο. Αν η ΚοινΣΕπ παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος, επιβάλλονται συγκεκριμένες κυρώσεις, όπως ορίζονται στον παρόν νομοθέτημα.

Στο άρθρο 3 καθορίζονται τα ζητήματα σχετικώς με τη σύσταση της ΚοινΣΕπ. Καταρχάς προκύπτει ότι ακολουθείται το νομικό σχήμα του αστικού συνεταιρισμού με αποκλίσεις που εισάγει το παρόν νομοσχέδιο, προς την κατεύθυνση της εξυπηρέτησης της Κοινωνικής Οικονομίας. Ρυθμιστική προτεραιότητα αποδίδεται στο παρόν νομοσχέδιο, ενώ τα ζητήματα που δε ρυθμίζονται υπάγονται στις διατάξεις του Ν. 1667/1986 όπως εκάστοτε ισχύει. Σε περίπτωση που καταργηθεί ο Ν. 1667/1986 και αντικατασταθούν οι διατάξεις του από άλλο νομοθέτημα, η ΚοινΣΕπ θα υπάγεται ρυθμιστικά στο νέο νομοθέτημα με την επιφύλαξη του παρόντος ειδικότερου νομοθετήματος. Πρώτη απόκλιση αποτελεί η πρόβλεψη ότι δεν χρειάζονται δεκαπέντε (15) πρόσωπα για τη σύσταση αλλά επτά (7) για τις ΚοινΣΕπ Ένταξης ή πέντε (5) αν πρόκειται για ΚοινΣΕπ φροντίδας ή συλλογικού σκοπού. Κατά τα λοιπά τηρείται η εκάστοτε διαδικασία ίδρυσης ενός αστικού συνεταιρισμού. Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να χρησιμοποιήσουν προτυποποιημένα καταστατικά, τα οποία θα διαμορφώσει το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Αυτό το καταστατικό θα επιτρέπει την άμεση εγγραφή στο Μητρώο χωρίς την ανάγκη διορθώσεων. Τα νομικά πρόσωπα επιτρέπεται να έχουν περιορισμένη συμμετοχή σε μια ΚοινΣΕπ προκειμένου να δίδεται προτεραιότητα στην ιδιωτική πρωτοβουλία των φυσικών προσώπων. Η συμμετοχή των μελών μπορεί να είναι σε χρήματα ή και σε είδος, το οποίο αποτιμάται σε πραγματικές αξίες. Κάθε μέλος συμμετέχει με συγκεκριμένο ύψος συμμετοχής, ενιαίας και υποχρεωτικής για όλα τα μέλη. Ως αντάλλαγμα της εισφοράς αυτής το κάθε μέλος αποκτά την υποχρεωτική του μερίδα. Ωστόσο, εισάγεται και η δυνατότητα συμμετοχής με προαιρετικές μερίδες, η οποία λειτουργεί προς την κατεύθυνση της οικονομικής ενίσχυσης της ΚοινΣΕπ από πρόσωπα που έχουν αυτή τη διάθεση ή/και δυνατότητα. Αυτό γίνεται όμως χωρίς να αναγνωρίζονται επιπλέον δικαιώματα στον αποκτώντα τις προαιρετικές μερίδες, καθώς η αρχή της ίσης συμμετοχής των μελών δεν διασπάται. Έτσι, παρά τις προαιρετικές μερίδες, τα δικαιώματα των μελών επί της διοίκησης και συμμετοχής στην ΚοινΣΕπ παραμένουν ίσα. Τα μέλη της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, και τα οποία εργάζονται στην ΚοινΣΕΠ, δύνανται να αναλαμβάνουν συνεταιριστική μερίδα έναντι της εργασίας τους

Στο άρθρο 4 εισάγονται ρυθμίσεις που σχετίζονται με την απόκτηση ή απώλεια της ιδιότητας μέλους ΚοινΣΕπ. Η είσοδος οδηγεί σε αύξηση των συνεταιριστικών μερίδων και επιτρέπεται μετά από έγκριση της Γενικής Συνέλευσης με απόφαση λαμβανομένη με απλή πλειοψηφία. Εισάγεται το δικαίωμα αποχώρησης ενός μέλους από την ΚοινΣΕπ, στην περίπτωση που αυτό το μέλος δεν μπορεί να μεταβιβάσει σε άλλο πρόσωπο τη μερίδα συμμετοχής του. Ορίζεται συγκεκριμένη προθεσμία άσκησης αυτού του ιδιότυπου δικαιώματος καταγγελίας της σχέσης μέλους και ΚοινΣΕπ ενώ δε χρειάζεται επίκληση σπουδαίου λόγου. Επιστρέφεται στο μέλος μόνο η εισφορά του, και αυτό δεν αποκτά δικαίωμα επί της σχηματισθείσας περιουσίας της ΚοινΣΕπ κατά το χρονικό σημείο αποχώρησής του. Αυτό εισάγεται με σκοπό τη συνέχιση του κοινωνικού και συλλογικού σκοπού της ΚοινΣΕπ., ακόμα και αν λάβει χώρα αποχώρηση μελών. Διαφορετικώς κινδυνεύει η απομείωση της περιουσίας της ΚοινΣΕπ και η διακινδύνευση επίτευξης των στόχων της. Η εξυπηρέτηση του συλλογικού και κοινωνικού συμφέροντος υπερτερεί έναντι του δικαιώματος του μέλους να αξιώσει τμήμα από την αξία της περιουσίας της ΚοινΣΕπ. Άλλωστε η αφαίρεση του δικαιώματος για απόληψη αυτής της αξίας εξισορροπείται από το δικαίωμα για αποχώρηση ακόμα και χωρίς επίκληση σπουδαίου λόγου εκ μέρους του αποχωρούντος μέλους. Επίσης εξισορροπείται και από την απουσία πρόβλεψης για έγκριση της αποχώρησης από κάποιο όργανο της ΚοινΣΕπ.

Η μεταβίβαση μεριδίου γίνεται μόνο σε νέο μέλος, με σκοπό την αποφυγή συγκέντρωσης πολλών μεριδίων σε ένα πρόσωπο. Η δημοκρατική και συλλογική συμμετοχή υλοποιείται σημαντικά με βάση αυτήν την πρόβλεψη. Η μεταβίβαση είναι έγκυρη μόνο αν εγκριθεί από τη Διοικούσα Επιτροπή, ενώ η άρνηση αυτής μπορεί να οδηγήσει σε προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο που θα κρίνει καταχρηστική ή παράνομη την άρνηση. Εισάγεται αποσβεστική προθεσμία για την προσφυγή στο δικαστήριο.

Η αποβολή μέλους προβλέπεται ως δυνατότητα, προκειμένου να συνεχίσει τη λειτουργία της η ΚοινΣΕπ χωρίς την παρεμπόδιση μελών που συμπεριφέρονται κατά τρόπο που δε συνάδει με το σκοπό και τις επιδιώξεις της ΚοινΣΕπ ή που συμπεριφέρονται κατά τρόπο που καθιστά μη ανεκτή την συμμετοχή τους από τα υπόλοιπα μέλη. Χρειάζεται η επίκληση σπουδαίου λόγου που καθιστά μη ανεκτή την παραμονή του μέλους ή η επίκληση σοβαρής παράβασης των υποχρεώσεων του μέλους έναντι της ΚοινΣΕπ. Μια τέτοια υποχρέωση είναι και η υποχρέωση πίστης. Και σε αυτήν την περίπτωση προσβάλλεται η σχετική απόφαση με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Τέλος, η ίδια διάταξη προβλέπει τη δυνατότητα καθολικής διαδοχής μέλους (φυσικού προσώπου) ως προς τη συμμετοχή του στην ΚοινΣΕπ. χωρίς τον όρο της έγκρισης από τη Διοικούσα Επιτροπή αλλά με αυτόματη επαγωγή. Η εκκαθάριση νομικού προσώπου που ήταν μέλος σε ΚοινΣΕπ επιτρέπει τη μεταβίβαση της μερίδας σε νέο πρόσωπο χωρίς την υποχρέωση έγκρισης της μεταβίβασης κατά την παρ. 3.

Στο άρθρο 5 εισάγεται η λειτουργία της Γενικής Συνέλευσης των μελών της ΚοινΣΕπ ως ανώτατου οργάνου της με το τεκμήριο της γενικής αρμοδιότητας. Οι διατάξεις του νόμου περί αστικών συνεταιρισμών εφαρμόζονται στο βαθμό που δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος. Η συγκεκριμένη διάταξη εισάγει κάποιες αποκλίσεις ως προς τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης. Η σύγκληση της γίνεται είτε από την ίδια τη Διοικούσα Επιτροπή για οποιονδήποτε λόγο είτε κατόπιν αιτήματος 1/3 των μελών της ΚοινΣΕπ. Αν αρνηθεί η Διοικούσα Επιτροπή ή δεν διενεργήσει τη σύγκληση εντός εύλογου χρόνου, τότε τα μέλη αυτοδικαίως αποκτούν το δικαίωμα να συγκαλέσουν τη Γενική Συνέλευση. Σημειώνεται βέβαια ότι το δικαίωμα αυτό δεν πρέπει να ασκείται καταχρηστικά από τα μέλη στα πλαίσια του άρθρου 281 ΑΚ. Επίσης, η σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης είτε γίνεται από τη Διοικούσα Επιτροπή είτε γίνεται από τα μέλη, πρέπει να ακολουθεί την ορθή διαδικασία σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις περί αστικών συνεταιρισμών. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από την αναφορά του Ν. 1667/1986 στην δεύτερη παράγραφο της διάταξης περί των λόγων προσβολής μιας απόφασης της Γενικής Συνέλευσης. Οι παράνομες αποφάσεις είναι εξαρχής άκυρες και όχι ακυρώσιμες όπως οι αποφάσεις της Διοικούσας Επιτροπής

Στο άρθρο 6 εισάγονται ρυθμίσεις για τη Διοικούσα Επιτροπή, η οποία αντιστοιχεί στο διοικητικό συμβούλιο των αστικών συνεταιρισμών. Ο ελάχιστος αριθμός των μελών της είναι τρία και όχι πέντε όπως στους αστικούς συνεταιρισμούς καθώς το σχήμα των ΚοινΣΕπ αναμένεται να αποτελείται από λιγότερα μέλη. Επίσης οι ΚοινΣΕπ απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις που εισάγονται εκ του Ν. 3867/2010. Οι δύο αυτές αποκλίσεις ευνοούν τη λειτουργία της διοίκησης στην ΚοινΣΕπ με ολιγομελή σχήματα. Η σύγκληση της Διοικούσας Επιτροπής γίνεται από τον Πρόεδρο ή και από τα άλλα μέλη.

Στο άρθρο 7 προβλέπεται ο τρόπος  διανομής των κερδών.  Τα κέρδη διατίθενται κατά ποσοστό 5% για το σχηματισμό αποθεματικού, για την αύξηση της φερεγγυότητάς της έναντι των τρίτων. Επίσης τα κέρδη διατίθενται κατά ποσοστό 35% στους εργαζόμενους της ΚοινΣΕπ. Αποκλεισμός κάποιου εργαζόμενου από τη διανομή κερδών  δεν επιτρέπεται, είτε με τη σύμβαση πρόσληψής του είτε με καταστατικό όρο της ΚοινΣΕπ. Η διανομή των παραπάνω κερδών προκειμένου να τηρούνται οι αρχές της αλληλέγγυας οικονομίας γίνεται ισομερώς στους εργαζόμενους, χωρίς να εξαρτάται από τον χρόνο υπηρεσίας ή το μισθό που εισπράττουν, εκτός αν άλλως ορίζει το καταστατικό. Ωστόσο, σε περίπτωση εικονικών προσλήψεων ή εικονικής ανάθεσης εργασίας, θα εφαρμοστούν οι αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ και οι αντίστοιχες ποινικές διατάξεις τόσο κατά του εργαζομένου όσο και κατά κάθε υπεύθυνου εκ της ΚοινΣΕπ. Τέλος το υπόλοιπο των κερδών διατίθεται για τις καταστατικές δραστηριότητες της ΚοινΣΕπ και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Αυτοί οι περιορισμοί ενισχύουν σημαντικά την λειτουργία της ΚοινΣΕπ. ως φορέα της κοινωνικής οικονομίας.

Στο άρθρο 8 προβλέπεται ότι οι οικονομικές πηγές της ΚοινΣΕπ μπορεί να είναι οι μερίδες των μελών της, δωρεές τρίτων, έσοδα από την αξιοποίηση της περιουσίας της, έσοδα από την επιχειρηματική δραστηριότητα της, κεφάλαια από Φορείς και Οργανισμούς του Δημοσίου ή ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, κάθε άλλο έσοδο από την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της Κοιν.Σ.Επ. σύμφωνα με το καταστατικό της.

Στο άρθρο 9 ρυθμίζεται η πρόσβαση των ΚΟΙΝΣΕΠ και των ΚΟΙΣΠΕ στο Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. γ του Ν. 3912/2011 το παραπάνω Ταμείο σκοπό έχει πέραν των άλλων και την προώθηση της κοινωνικής οικονομίας και επιχειρηματικότητας και ειδικότερα την διευκόλυνση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων ή άλλων οργανισμών που δραστηριοποιούνται στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας. Στο ίδιο πλαίσιο, ο ίδιος νόμος προβλέπει την πρόσβαση στη χρηματοδότηση για την προώθηση της επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης, στο πλαίσιο της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής. Οι ΚΟΙΝΣΕΠ, οι ΚΟΙΣΠΕ και οι άλλοι φορείς κοινωνικής οικονομίας που εγγράφονται στο Μητρώο έχουν πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία όπως το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης και τον Αναπτυξιακό Νόμο.

Στο άρθρο 10 εισάγονται συγκεκριμένα οικονομικά κίνητρα και μέτρα στήριξης για τους εργαζόμενους της ΚοινΣΕπ αλλά και τα μέλη αυτής. Ο σκοπός είναι η αντιμετώπιση της ανεργίας, η δημιουργία θέσεων εργασίας και η ανάπτυξη της Κοινωνικής Οικονομίας. Επίσης σκοπός είναι η αποφυγή φορολογικής αντιμετώπισης των ΚοινΣΕπ ως φορέων καθαρά επιχειρηματικής και κερδοσκοπικής δραστηριότητας, καθώς αυτό δε συνάδει με την πραγματική τους υπόσταση. Η ΚοινΣΕπ δεν αποσκοπεί στην επιδίωξη κέρδους, αλλά στην κοινωνική συνεισφορά, στην κοινωνική αλληλεγγύη και στο κοινωνικό συμφέρον. Οι εργαζόμενοι σε μια ΚοινΣΕπ συμβάλλουν καθοριστικά στην επιδίωξη των κοινωνικών στόχων της και υπό αυτό το πρίσμα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως κλασσικού τύπου επιχειρηματίες. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την ανάγκη ενίσχυσης αυτού του θεσμού, συμβάλλουν στην φορολογική ελάφρυνση που προβλέπεται στο σχετικό άρθρο.

Στο άρθρο 11 καθορίζεται η εποπτική αρμοδιότητα των υπαλλήλων του Μητρώου επί των ΚοινΣΕπ. Σε αυτά τα πλαίσια προβλέπονται οι ελεγκτικές αρμοδιότητες των υπαλλήλων του Μητρώου. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι δύνανται να διενεργούν ελέγχους αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης και καταγγελίας ενδιαφερόμενου προσώπου ή κατόπιν σχετικής ενημέρωσης από τη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή περί σχετικής καταγγελίας. Αν από τον έλεγχο προκύψει παράβαση των διατάξεων του παρόντος, επιβάλλεται αντίστοιχο πρόστιμο στις ΚοινΣΕπ. Η διάταξη αυτή τίθεται υπό την επιφύλαξη σωρευτικής εφαρμογής άλλων διατάξεων που επιβάλουν σχετική κύρωση αστικής, ποινικής ή διοικητικής φύσης.

Στο άρθρο 12 προβλέπεται η δυνατότητα δημιουργίας δικτύων συνεργασίας από τις ΚοινΣΕπ. Αυτά τα δίκτυα δεν έχουν διακριτή νομική προσωπικότητα. Το ίδιο ισχύει και για τη σύσταση ενώσεων ή κοινοπραξιών, εκτός αν αυτές συσταθούν με βάση κάποιο συγκεκριμένο μόρφωμα νομικού προσώπου και αποκτήσουν με αυτόν τον τρόπο νομική προσωπικότητα.

Στο άρθρο 13  προβλέπεται η λύση και εκκαθάριση των ΚοινΣΕπ, η οποία διενεργείται με βάση τις εκάστοτε διατάξεις των άρθρων 11 και 12 Ν. 1667/1986. Προς διευκόλυνση της διαδικασίας εκκαθάρισης ενσωματώνονται αρκετές απόψεις της νομολογίας σχετικώς με την εκκαθάριση νομικών προσώπων. Σε αυτό το πλαίσιο προβλέπεται, ότι αν δεν υπάρχει ενεργητικό, οι εκκαθαριστές προβαίνουν σε αποπεράτωση της εκκαθάρισης, ακόμα και αν απομένουν ανεξόφλητες απαιτήσεις τρίτων. Ωστόσο, αν προκύψει σε οποιοδήποτε χρόνο ότι υπάρχει ενεργητικό της ΚοινΣΕπ., αυτοδικαίως αναβιώνει η ΚοινΣΕπ. Επιπλέον είδος κύρωσης εισάγεται με το άρθρο 11 καθώς ορίζεται ως λόγος λύσης και διαγραφής από το Μητρώο η παράβαση των διατάξεων του παρόντος. Μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης η ΚοινΕπ. διαγράφεται αυτοδικαίως από το Μητρώο ενώ η άρνηση των αρμοδίων υπαλλήλων αντιμετωπίζεται με εφαρμογή του άρθρου 791 ΚΠολΔ.

Στο άρθρο 14  ρυθμίζονται τα ζητήματα περί του Μητρώου Κοινωνικής Οικονομίας, το οποίο αποτελείται από δύο υποκατηγορίες: α) το Μητρώο Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας στο οποίο εγγράφονται υποχρεωτικά και πιστοποιούνται οι θεσμοθετημένες κοινωνικές επιχειρήσεις, δηλαδή οι ΚοιΣΠΕ και οι Κοιν.Σ.Επ. κατόπιν σχετικής αίτησης, β) το Ειδικό Μητρώο άλλων Φορέων Κοινωνικής Οικονομίας, στο οποίο εγγράφονται προαιρετικά και υπό προϋποθέσεις, υφιστάμενες νομικές μορφές οργανώσεων κοινωνικής οικονομίας. Το Μητρώο τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή, παρέχοντας ευκολότερη πρόσβαση των πολιτών σε αυτό αλλά και διευκολύνοντας την τήρηση και λειτουργία του από τους αρμόδιους υπαλλήλους. Στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης αλλά και της διαφάνειας, κάθε ενδιαφερόμενος που έχει σχετικό έννομο συμφέρον μπορεί ατελώς να έχει πρόσβαση στο συγκεκριμένο Μητρώο. Παρέχεται και νομοθετική εξουσιοδότηση, προκειμένου να εκδοθεί υπουργική απόφαση η οποία θα εξειδικεύει τόσο τις προϋποθέσεις εγγραφής στο Μητρώο όσο και τη λειτουργία αυτού, αλλά και την διαδικασία αξιολόγησης της κοινωνικής αποτελεσματικότητας των ΚοινΣΕΠ.

Στο άρθρο 15 ορίζεται ο συντονιστικός φορέας πολιτικών ανάπτυξης της Κοινωνικής Οικονομίας που είναι η Ειδική Υπηρεσία για την Ενσωμάτωση των Αρχών της EQUAL και για τη διαχείριση δράσεων του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού» του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία  μετονομάζεται σε Ειδική Υπηρεσία για την Κοινωνική Ένταξη και την Κοινωνική Οικονομία. Η Υπηρεσία έχει μεγάλη εμπειρία σε θέματα εφαρμογής και παρακολούθησης δράσεων Κοινωνικής Οικονομίας.

Στο άρθρο 16 εισάγεται ρύθμιση για τις Δημόσιες Συμβάσεις Κοινωνικής Αναφοράς. Ουσιαστικά εισάγονται κριτήρια προκειμένου το Δημόσιο κατά τη σύναψη συμβάσεων με επιχειρήσεις, να λαμβάνει υπόψη του και το αν αυτές πληρούν συγκεκριμένα κοινωνικά κριτήρια ("δημόσιες συμβάσεις κοινωνικής αναφοράς"). Πρόκειται για ουσιώδες μέτρο στήριξης των φορέων κοινωνικής οικονομίας και του έργου τους. Η διάταξη εισάγει ενδεικτικά κριτήρια, όπως οι ευκαιρίες απασχόλησης που προσφέρουν οι φορείς αυτοί, η κοινωνική ένταξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων μέσω των φορέων, οι ίσες ευκαιρίες και ο σχεδιασμός της προσβασιμότητας για όλους εξ αυτών των φορέων, η  αειφορία περιλαμβανομένων θεμάτων ηθικού εμπορίου και η ευρύτερη εκούσια συμμόρφωση με την εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΕΚΕ). Δεν εισάγεται απόκλιση από τις γενικές αρχές του διοικητικού, ευρωπαϊκού δικαίου και του δικαίου του ανταγωνισμού, αλλά διαμορφώνονται κριτήρια βάσει των οποίων επιλέγονται φορείς που παρέχουν συλλογικό και κοινωνικό έργο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



 

 

 

 

 

 

 Επιστροφή  Κορυφή σελίδας

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η με οποιονδήποτε τρόπο αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της εφημερίδας, χωρίς την γραπτή άδεια του εκδότη. Κάθε δημόσια αναφορά στο περιεχόμενο της συνεπάγεται και αναφορά του ονόματός της, όπως η δημοσιογραφική δεοντολογία επιτάσσει.

 

 

[Αρχική σελίδα]  [Αγορά Εργασίας]  [Επιχειρηματικότητα]  [Προσλήψεις στο Δημόσιο]  [Εκπαίδευση]  [Σεμινάρια]  [Νομοθεσία]  [Βιβλία]
Διεύθυνση: Λ. Ριανκούρ 73, 11524 Αθήνα, mail: info@proslipsis.gr
©  2004-2020  proslipsis.gr, All rights reserved